Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017 | By: Forgotten Bard

Kidos are on drugs.

Πόσο καιρό έχει ν' αράξεις και να παρακολουθήσεις πιτσιρίκια να παίζουν σε μια παιδική χαρά;


Εγώ το 'κανα σήμερα. Ναι, ξέρω ακούγεται επιλήψιμο(λες)... δεν είναι (απαντάω με χαμόγελο). Από τη στιγμή που δεν έχω δικά μου παιδιά και εφόσον όλα τα πιτσιρίκια στο περιβάλλον μου έχουν πια μεγαλώσει, είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που βρίσκω την ευκαιρία να το κάνω. Ωστόσο, ακόμα κι όταν την έχω, προτιμώ να επιδοθώ σε μια εσωτερική γκρίνια και να πρήξω τον εαυτό μου, μαλώνοντας υποθετικά τους λιλιπούτειους ταραξίες για τον θόρυβο που προκαλούν και την αέναη, απρόβλεπτη κι αχαρτογράφητη πορεία των ποδοβολητών τους, που έχει ως αποτέλεσμα να μου προσφέρει μία γερή δόση πονοκεφάλου.


Κάπως έτσι, κι ενώ επιδιδόμουν στην πολυαγαπημένη μισανθρωπική ρουτίνα που προανέφερα, αφού χάζευα ένα σωρό πιτσιρίκια να παίζουν μπάσκετ, ποδόσφαιρο, κρυφτό και μυστικιστικά παιχνίδια απροσδιόριστου σκοπού και χαρακτήρα, έσκασε μια φωνή από το υπερπέραν- ο κολλητός, που καθόταν παραδίπλα- να με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

"Τα πιτσιρίκια φίλε είναι λες και έχουν πάρει LSD!"

Στην αρχή, γύρισα και χαμογέλασα, παρακολουθώντας τον να χαϊδεύει την υποψία μουσακίου που διακοσμεί το πιγούνι του σκεπτικός, λες και μόλις είχε ξεστομίσει κάτι απίστευτα παράλογο και χιουμοριστικό. Σαν να είχε αφηγηθεί ξάφνου ένα σύντομο ανέκδοτο, το οποίο ήταν αστείο, επειδή ακριβώς ήταν παράλογο.

Ωστόσο, η σοβαρότητα με την οποία το είχε ξεστομίσει και το βλέμμα του, που συνέχιζε να ακολουθεί τα βήματά τους, λες και ανίχνευε τα δεδομένα για να δώσει λύση σε μία από τις δυσκολότερες μαθηματικές εξισώσεις, με ανάγκασαν να αυτοδιορίσω την αυτού μεγαλειότητά μου σε συνεργάτη του προς την επίλυση του ζητήματος.

Κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι όντως ρε φίλε, τα πιτσιρίκια είναι σαν να έχουν πάρει ναρκωτικά.

Ας γίνω ευχάριστος.


Τα πιτσιρίκια είναι σαν να έχουν πάρει LSD, γιατί τα πάντα είναι καινούρια για εκείνα. Κάθε κίνηση που κάνουν, κάθε εμπειρία, κάθε γνωριμία, κάθε ερέθισμα που κεντρίζει τις αισθήσεις τους αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, κάτι το μοναδικό. Υπάρχουν ακόμα γεύσεις που δεν έχουν δοκιμάσει, υπάρχουν παιχνίδια που δεν έχουν παίξει, χαρακτήρες ανθρώπων που δεν έχουν γνωρίσει. Ο κόσμος είναι η παιδική χαρά τους. Ξυπνάνε κάθε μέρα ξεκούραστα και κοιμούνται κάθε μέρα κουρασμένα, γιατί την κάθε μέρα την ζούνε στο τέρμα.


Πάρε ένα πιτσιρίκι κι αμόλησέ το μέσα σε μια αλάνα. Μόνο του. Θα βρει κάποιον τρόπο να αξιοποιήσει τον χρόνο του. Θα βρει μία πέτρα και θα την μετατρέψει σε σπαθί, θα πιάσει ένα κούτσουρο και θα το μεταμορφώσει σε καράβι, ένα ψηλό άχτιστο κτήριο θ' αποτελέσει το απόρθητο φρούριο, το οποίο πρέπει να κατακτήσει. Η φαντασία τους είναι παραγωγική, οι εμπειρίες τους είναι εκστατικές κι εκστασιακές.

Παρακολουθώντας τη διάδραση καταλαβαίνεις ότι τους είναι εύκολο να είναι κοινωνικά. Κάθε καινούρια γνωριμία είναι κέρδος, αφού θα προσφέρει καινούριες εμπειρίες. Θα κάνουν φίλους, θα κάνουν εχθρούς, αλλά σε κάθε περίπτωση όλα αυτά είναι μέρος του παιχνιδιού. Ο εχθρός τους δεν έχει μεγάλη διαφορά από τον κακό δράκο του κάστρου που προσπαθούν να κατακτήσουν.

Τα πιτσιρίκια είναι μονίμως σαν να έχουν καπνίσει ένα πολύ περίεργο τσιγάρο... γιατί ζουν πραγματικά. Κάθε μέρα παίρνουν μία βαθιά τζούρα από καινούριες εμπειρίες, από καινούριες προκλήσεις. Δε φοβούνται το αύριο, το περιμένουν, λες και κάθε μέρα πρόκειται να ανεβούν στο ψηλότερο κτήριο του κόσμου και ν' απολαύσουν την πιο μαγευτική θέα. Το προαναφερθέν είναι τόσο πιθανό στο κεφάλι τους, όσο είναι το να γευτούν το αγαπημένο τους φαγητό μια από τις επόμενες βδομάδες.

Ας γίνω δυσάρεστος.


Γιατί οι ενήλικοι κυνηγούν την LSD εμπειρία; Δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στη χρήση ουσιών, αλλά στην προσομοιωμένη, έστω, εμπειρία που σου προσφέρουν. Γιατί κάποιος να έχει ανάγκη από κάτι τόσο ψεύτικο τόσο έντονα;


Γιατί ξεχνάμε. Γιατί ο κόσμος παύει να είναι μια τεράστια παιδική χαρά, την ώρα που λησμονούμε πόσο σημαντικό είναι το παιχνίδι. Γιατί νιώθουμε πως έχουμε μπουκώσει από εμπειρίες, πως όλα τα έχουμε ζήσει και πως δεν υπάρχει τίποτα το σημαντικό να μάθουμε ακόμα. Γιατί φοβόμαστε μήπως μας παρεξηγήσουν και οι άνθρωποι, οι προσωπικότητες τους, από ξεχωριστές πιθανότητες για ξεχωριστές εμπειρίες, μετατρέπονται σε πιθανότητες απογοήτευσης.

Κι έτσι κλεινόμαστε. Βαφτίζουμε τα πάντα τετριμμένα και μουντά, σε μια πραγματικότητα που κάποτε ήταν υπέροχη, βαφτίζουμε τους άλλους εχθρούς, όχι δράκους σε κάστρο, αλλά φίδια που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμα να μας δαγκώσουν, την ώρα που στρέφουμε το βλέμμα κι αντί να προσπαθούμε να κατακτήσουμε ένα κάστρο, φτιάχνουμε τον προσωπικό μας τάφο και τον βαφτίζουμε σπίτι. Προσπαθούμε τα τελειοποιήσουμε, όλοι μαζικά, τον προσωπικό μας χώρο, χτίζουμε -υποθετικά και υλικά- τείχη και σιγά σιγά πνιγόμαστε. Αργά και βασανιστικά πνιγόμαστε βουτηγμένοι σ' ένα δηλητήριο και νομίζουμε ότι το δηλητήριο προέρχεται από τους άλλους. Ο κάθε ένας από μας προσπαθεί να προστατευτεί από το δηλητήριο του διπλανού του και μένει μόνος, σκεπασμένος μέχρι το κεφάλι με το δικό του τοξικό εκτόπλασμα, προσπαθώντας ν' ανακαλύψει, αφού έχει αποκλείσει όλες τις απειλές, τι 'ν' αυτό που τον σκοτώνει.

Κι ο κόσμος από παιδική χαρά αλλάζει σε κόλαση. Και η κόλαση μπορεί να προσφέρει πια μόνο ένα είδος εμπειριών...

Ας κλείσω αινιγματικά;

Αν τα παιδιά έχουν ήδη στο τσεπάκι τους την LSD εμπειρία, δωρεάν, κάθε μέρα και χωρίς αρνητικές επιπτώσεις κι αν όλοι μας -που παρεμπιπτόντως κάποτε ήμασταν παιδιά- κυνηγάμε αυτήν την προσομοιωμένη LSD εμπειρία, για να μας βγάλει από το δηλητήριο μας, να μας προσφέρει οξυγόνο, τότε μήπως κάτι πηγαίνει λάθος, μαζικά, στη διαδικασία της ενηλικίωσης;

Η μόνη απάντηση που έχω, είναι ότι εμείς επιλέγουμε να βαφτίσουμε τον κόσμο κόλαση και τους άλλους φίδια. Δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχουν καινούριες εμπειρίες να ζήσουμε και δεν νομίζω πως όλα είναι τόσο τετριμμένα όσο θέλουμε να τα βλέπουμε.

Απλά φοβόμαστε.

Χμμμμμ... Αυτοί οι προβληματισμοί μου για σήμερα.

See y' around folks.

Υ.Γ: Πόσο καιρό έχει να κάνεις κούνια σε μια παιδική χαρά;
Αφιερωμένο στον κυρ' ΤΚ



I, I will be king
And you, you will be queen
Though nothing, will drive them away
We can beat them, just for one day
We can be heroes, just for one day


And you, you can be mean
And I, I'll drink all the time
'Cause we're lovers, and that is a fact
Yes we're lovers, and that is that


Though nothing, will keep us together
We could steal time, just for one day
We can be heroes, forever and ever
What'd you say?


I, I wish you could swim
Like the dolphins, like dolphins can swim
Though nothing, nothing will keep us together
We can beat them, forever and ever
Oh, we can be heroes, just for one day


I, I will be king
And you, you will be queen
Though nothing, will drive them away
We can be heroes, just for one day
We can be us, just for one day


I, I can remember (I remember)
Standing, by the wall (by the wall)
And the guns, shot above our heads (over our heads)
And we kissed, as though nothing could fall (nothing could fall)
And the shame, was on the other side
Oh, we can beat them, forever and ever
Then we could be heroes, just for one day


We can be heroes
We can be heroes
We can be heroes
Just for one day
We can be heroes


We're nothing, and nothing will help us
Maybe we're lying, then you better not stay
But we could be safer, just for one day
Oh-oh-oh-ohh, oh-oh-oh-ohh, just for one day



Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 | By: Forgotten Bard

Αγαπητό Ημερολόγιο: Να μην ξεχάσω να ξεσπάσω.


Drip. Drip. Drip

Οι σταγόνες έσταζαν στο ποτήρι, όπως τα δάκρυά του έπεφταν στο πάτωμα. Δεν έκλαιγε συχνά. Για την ακρίβεια δεν έκλαιγε ποτέ, αυτή ήταν η πρώτη φορά και, ορκιζόταν στον εαυτό του, η τελευταία.

Το σπίτι του ήταν ζεστό, ένα μικρό στούντιο είκοσι τετραγωνικών. Ένα μικρό, αλλά φωτεινό στούντιο, στον πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε εννιά ολόκληρους ορόφους. Θα έλεγε κανείς ότι κατοικούσε σχεδόν στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, όπως μέτρια ήταν και ολόκληρη η ζωή του... πριν κλάψει.

Ο χώρος ήταν συμμαζεμένος και καθαρός, πέρα από το ποτήρι στον νεροχύτη, που πριν από λίγα λεπτά περιλάμβανε Gin, χωρίς τόνικ, σκέτο. Έτσι, σκέτη ήταν και η ζωή του. Χωρίς πολλές πολλές σκοτούρες, με μία μέτρια δουλειά, ένα μέτριο σπίτι, λίγους μέτριους φίλους, παρέα προτιμούσε, γιατί η φιλία απαιτεί θυσίες, εκτίμηση και σεβασμό, κάτι που ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να διαθέσει. Όλα αυτά, φυσικά... πριν κλάψει.

Το ποτήρι είχε πια αδειάσει από Gin και το περιεχόμενό του είχε αντικατασταθεί με μία χαμηλή, δυσδιάκριτη στάθμη νερού, η οποία είχε δημιουργηθεί από τις εφτά σταγόνες, που είχαν ξεφύγει μέχρι στιγμής από τη βρύση. Το μισό ποτό από το μπουκάλι είχε πια εγκατασταθεί στο στομάχι του. Δεν τον ανακάτευε, δεν του έφερνε θλίψη, απλά ήταν εκεί και φώλιαζε με σκοπό να τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Τώρα, μάλλον, λίγο από αυτό κυλούσε στα μάγουλά, ανάμικτο με τ' αλμυρά του δάκρυα. Ή και όχι. Ποιος ξέρει, αν ο οργανισμός του είχε προλάβει να το μεταβολίσει;

Το υπόλοιπο σπίτι ήταν στεγνό, αντίθετα με το ποτήρι και τα μάγουλα του πρωταγωνιστή μας. Εκτός από στεγνό ήταν και περιποιημένο. Ο πρωταγωνιστής είχε φροντίσει, παρά τον λιγοστό κενό χώρο που ήταν διαθέσιμος, να το διακοσμήσει κατάλληλα, δημιουργώντας ένα αξιοπρεπέστατο και συμμετρικό αποτέλεσμα, που προσέφερε ηρεμία στην ξεκούραστη ψυχή του. Ένα έπιπλο, που κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, βρισκόταν στον τοίχο, απέναντι ακριβώς από την είσοδο και περιλάμβανε τα πάντα. Μία σειρά από ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, γεμάτα μαχαιροπίρουνα, πιάτα και ποτήρια. Ανάμεσα στα ντουλάπια, δέσποζε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, με δύο μάτια, ένα μεγαλύτερο κι ένα μικρότερο, τόσα άλλωστε χρειαζόταν, ένα για να ψήνει τον καφέ του κι ένα για να μαγειρεύει. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, ίσα για να καλύπτει τις ανάγκες του και δίπλα από αυτά ένας νεροχύτης και το ποτήρι και οι εφτά-τώρα οκτώ- σταγόνες.

Ένα γραφείο, γεμάτο χαρτούρα, μολύβια, στυλό κι ένα λάπτοπ, ανάμεσα στο έπιπλο της κουζίνας και την είσοδο κι απέναντί του μία βιβλιοθήκη. Κάθε ένα βιβλίο είχε τοποθετηθεί εκεί με σεβασμό και ευγένεια. Το διάβασμα ήταν ιερό για τον πρωταγωνιστή μας και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε για εκείνον την ηρεμία της καρδιάς του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε καλοχτενισμένο κεφάλι, στο οποίο κάθε τρίχα είναι στη θέση της, καμία δεν ξεφεύγει. Όλα ήταν συμμετρικά και όμορφα εκεί. Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν το κρεβάτι, στρωμένο με μυρωδάτα σεντόνια κι ένα γαλάζιο πάπλωμα, το οποίο έπεφτε ισότιμα στις δύο μεριές του ημίδιπλου κρεβατιού και πάνω του καθόταν εκείνος και έκλαιγε.


Drip. Drip. Drip.

Οι σταγόνες είχαν φτάσει μέχρι τη μέση του ποτηριού, όπως εκείνες της βροχής, που έπεφταν μανιασμένα έξω από το παράθυρο του δωματίου, χωρίς κουρτίνες, και κόντευαν να πλημμυρίσουν τους δρόμους. 

Το σπίτι του ήταν ζεστό, ένα μικρό στούντιο είκοσι τετραγωνικών. Ένα μικρό και χαμηλά φωτισμένο στούντιο, στον πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε εννιά ολόκληρους ορόφους. Κατοικούσε στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, αντίθετα με τη ζωή του, που πια δεν ήταν μέτρια, αλλά είχε αποκτήσει νόημα, ήταν έντονη. Κι εκείνος έκλαιγε.

Το άρωμα του Gin είχε χαθεί από το ποτήρι και το περιεχόμενό του είχε αντικατασταθεί με μία ευδιάκριτη στάθμη νερού που έφτανε μέχρι τη μέση και είχε δημιουργηθεί από τις δεκάδες σταγόνες, που είχαν ξεφύγει μέχρι στιγμής από τη βρύση. Ολόκληρο το περιεχόμενο του μπουκαλιού είχε αδειάσει κι είχε εγκατασταθεί στο στομάχι του. Το ποτό του προκαλούσε ανακάτεμα, όμως δεν του έφερνε θλίψη, απλά ήταν εκεί και φώλιαζε διαρκώς με σκοπό να τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Τώρα, λίγο από αυτό κυλούσε στα μάγουλα, ανάμικτο με τ' αλμυρά του δάκρυα. Σίγουρα κυλούσε μαζί τους. Ο οργανισμός του το είχε μεταβολίσει και το έδιωχνε από μέσα του, μαζί με την θλίψη.

Μερικές σταγόνες βροχής γλιστρούσαν από το ανοιχτό παράθυρο και μούσκευαν το στεγνό κατά τ' άλλα δωμάτιο. Οι σταγόνες δεν ήταν το μόνο πράγμα που πρόδιδε ότι το δωμάτιο δεν ήταν περιποιημένο. Ο λιγοστός κενός χώρος που ήταν διαθέσιμος, είχε διακοσμηθεί κατάλληλα, όμως διάφορες ασυμμετρίες εδώ κι εκεί δημιουργούσαν μία ανεπιθύμητη εντροπία, που προκαλούσε αναστάτωση και άγχος, στην γεμάτη νόημα ψυχή του πρωταγωνιστή. Ένα έπιπλο, που κάποτε κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, βρισκόταν στον τοίχο, απέναντι ακριβώς από την είσοδο και περιλάμβανε σχεδόν τα πάντα. Μία σειρά από ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, γεμάτα πιτσιλιές από ξεραμένη σάλτσα και λάδι. Ανάμεσα στα ντουλάπια, υπήρχε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, τα μάτια του ήταν γεμάτα ξεραμένο καφέ που είχε χυθεί και κανείς δεν είχε φροντίσει να καθαρίσει και μαύρα, καμένα απομεινάρια κάποιας απροσδιόριστης συνταγής, που πλέον έπρεπε να ξύσει με σύρμα για να καθαρίσουν. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, γεμάτο αλκοόλ, ούτε λαχανικά, ούτε φρούτα, ούτε φρέσκο γάλα και δίπλα απ' αυτά ένας νεροχύτης, γεμάτος ποτήρια και το δικό μας ποτήρι, αυτό με τις δεκάδες-και μία- σταγόνες. 

Ένα γραφείο, γεμάτο άδεια μπουκάλια και χαρτούρα, μολύβια, στυλό κι ένα λαπτοπ, όλα πεταμένα βιαστικά πάνω στην επιφάνειά του. Τα χαρτιά γεμάτα μουντζούρες και τσαλακωμένα, τα μολύβια με μύτες σπασμένες και τα στυλό δίχως μελάνι. Απέναντί του μία βιβλιοθήκη. Κάθε ένα βιβλίο είχε τοποθετηθεί εκεί με σεβασμό και ευγένεια. Ο πρωταγωνιστής μας σπάνια διάβαζε και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε για εκείνον το μπέρδεμα της καρδιάς του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε βιαστικά χτενισμένο κεφάλι, που ο ιδιοκτήτης του είχε περάσει μία βόλτα με την χτένα ανάμεσα στις τρίχες του, πριν ξεκινήσει, για ένα κρίσιμο ραντεβού. Υπήρχε μία υπόνοια συμμετρίας εκεί, όμως μερικά βιβλία έλλειπαν από την θέση τους και δεν θα επέστρεφαν για καιρό ακόμα. Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν το ξεστρωμένο κρεβάτι, τα σεντόνια μύριζαν ελαφρά ιδρώτα και σάλιο. Μία μαύρη ξεφτισμένη κουβέρτα, η οποία είχε πέσει μισή στο πάτωμα και πάνω της καθόταν εκείνος κι έκλαιγε με λυγμούς. 

Κι ήθελε να τσιρίξει. Μα δεν τσίριξε.


Drip. Drip. Drip.

Άλλη μία σταγόνα έπεσε στο ποτήρι κι εκείνο ξεχείλισε, όμως τα δάκρυα του είχαν στερέψει και τα μάτια του έκαιγαν, κάθε φορά που επιχειρούσε να ξεσπάσει. 

Το σπίτι του ήταν παγωμένο, ένα μίζερο στούντιο είκοσι περίπου τετραγωνικών. Ένα μίζερο και σκοτεινό στούντιο, στον πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε αρκετούς ορόφους. Η ύπαρξή του κρυβόταν περίπου στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, αντίθετα με τη ζωή του, που πια δεν ήταν μέτρια, δεν είχε νόημα, ήταν στον πάτο. Κι εκείνος είχε στερέψει από δάκρυα. 

Το ποτήρι μπορεί να περιλάμβανε κάποτε Gin, μπορεί και όχι, πάντως σίγουρα τώρα μύριζε μούχλα, γιατί η στάθμη του νερού ανέβαινε, για τόσο πολύ καιρό στο εσωτερικό του κι είχε δημιουργηθεί από τις εκατοντάδες σταγόνες, που είχαν πέσει μέχρι στιγμής από τη χαλασμένη βρύση, που πια ποτέ δεν άνοιγε. Είχαν αδειάσει τόσα πολλά μπουκάλια στο στομάχι του πλέον, που αν δεν έπινε, δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Το ποτό ήταν το μόνο που κατάφερνε να τον ηρεμήσει, όμως του έφερνε θλίψη, ήταν εκεί και διαχεόταν στις φλέβες του, αντικαθιστώντας σιγά σιγά το αίμα του με αλκοόλ. Τώρα, λίγο απ' αυτό κυλούσε στο παντελόνι του, ανάμικτο με τα ούρα, που ο άρρωστος οργανισμός του δεν μπορούσε να συγκρατήσει και τα έδιωχνε από μέσα του, μαζί με λίγο αίμα που πρόδιδε ότι το αλκοόλ είχε αρχίσει να καταστρέφει το συκώτι του.

Το υπόλοιπο σπίτι μύριζε μούχλα, ακριβώς όπως το ποτήρι και τα εσώρουχα του πρωταγωνιστή μας. Η βρύση είχε χαλάσει πρόσφατα και η σπασμένη σωλήνα είχε γεμίσει τον τόπο με νερό. Ο πρωταγωνιστής δεν είχε φροντίσει να το σφουγγαρίσει κι έτσι τα πάντα γύρω είχαν βραχεί κι είχαν μουχλιάσει και το σπίτι του θύμιζε, γι' ακόμα μία φορά, πόσο βρώμικη και άδεια ήταν η ψυχή του. Ένα έπιπλο, που κάποτε κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, μα τώρα θύμιζε ερείπιο, βρισκόταν στον τοίχο, απέναντι ακριβώς από την σπασμένη πόρτα της εισόδου, μα δεν περιλάμβανε σχεδόν τίποτα. Μία σειρά από ξεφτισμένα ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, μερικά απ' αυτά ξεχαρβαλωμένα και πεταμένα στο πάτωμα. Ανάμεσα στα ντουλάπια, υπήρχε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, τα μάτια του ήταν καμένα και δεν δούλευαν πια και το φουρνάκι βρισκόταν γυρισμένο στο πλάι, με το πορτάκι του φούρνου γεμάτο ξεραμένες σάλτσες, λάδι και σκουριά. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, άδειο, τελείως άδειο και δίπλα απ' αυτό ένας νεροχύτης, γεμάτος εμετό και μία σπασμένη βρύση και το δικό μας ποτήρι, αυτό με τις εκατοντάδες-και μία- σταγόνες, που πια είχε ξεχειλίσει.

Ένα γραφείο, που "κούτσαινε" από τη μία μεριά και έγερνε προς το πλάι έτοιμο να πέσει, φιλοξενούσε πάνω του έναν δίσκο και στην επιφάνεια του δίσκου ένα βουναλάκι άσπρης σκόνης. Μία σειρά από σπασμένα μπουκάλια, σκισμένα χαρτιά, καψαλισμένα μολύβια και χαλασμένα στυλό βρίσκονταν πεταμένα και μουσκεμένα στο πλάι του τραπεζιού. Απέναντί του μία βιβλιοθήκη. Τα περισσότερα ράφια χωρίς βιβλία. Ο πρωταγωνιστής μας δεν διάβαζε ποτέ και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε την άδεια καρδιά του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε κρανίο που με μανία του έχουν ξηλώσει τούφες τούφες, προκαλώντας μία ιδιόμορφη εναλλαγή ανάμεσα σε τρίχες και πανάδες δέρματος. Δεν υπήρχε η παραμικρή υπόνοια συμμετρίας εκεί, τα περισσότερα βιβλία έλειπαν από την θέση τους κι όσα έμεναν είχαν πέσει στο πλάι, με σελίδες σκισμένες, εξώφυλλα λερωμένα και φθαρμένα. Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν ένα στρώμα, χωρίς σεντόνια, χωρίς σκεπάσματα, μόνο το λευκό στρώμα, που ήταν γεμάτο με κίτρινους και καφέ λεκέδες κι εκείνος καθόταν πάνω του και κοίταζε το ταβάνι, με μάτια κενά, με μάτια ξένα.

Κι ήθελε να ουρλιάξει. Μακάρι να ούρλιαζε.


Drip. Drip. Drip.

Η τελευταία σταγόνα έσταξε πάνω στα θραύσματα του σπασμένου ποτηριού, όπως το αίμα έτρεχε από τις κομμένες φλέβες του και λέρωνε το πάτωμα. Ένα θραύσμα έλειπε. 


Κι εκείνος δεν έκλαψε, δεν τσίριξε, ούτε ούρλιαξε ακόμα.





Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017 | By: Forgotten Bard

...όπως η φωτιά υπνωτίζει τις πεταλούδες...



-Φοβάμαι. Αγκάλιασέ με.
-Τι φοβάσαι;
-Είναι πάλι αυτό το κακό συναίσθημα.
-Ποιο είναι αυτό;
-Αυτό, που, ενώ δεν τρέχει κάτι, όλα ξαφνικά μαυρίζουν κι εγώ θέλω να τα νιώσω.
-Δεν σε καταλαβαίνω.
-Ρε παιδί μου. Αυτό, που ξαφνικά τελειώνει η ημέρα σου και μένεις μόνος και σε τυλίγουν οι σκέψεις και ξαφνικά είναι όλες κακές κι ενώ ξέρεις ότι θα σε πληγώσεις τις αφήνεις να σε καταπιούν...

Παύση
-Τι;
-Με κοιτάς περίεργα.
-Μιλάς περίεργα. Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι και το σώμα σου τρέμει. Θέλεις να σε σκεπάσω;
-Όχι...
-Τι έπαθες;
-Δεν καταλαβαίνεις. Ας το.
-Μα τρέμεις ολόκληρη ρε κούκλα μου.
-Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνεις. Δεν τρέμω από το κρύο, ούτε με ενοχλεί που ξαπλώνουμε στην οροφή του αυτοκινήτου σου, ούτε τ' αστέρια μ' ενοχλούν, ούτε ο αέρας, ούτε το κρασί είναι που με πείραξε. Μ' ενοχλεί που δεν το 'χεις νιώσει.
-Όχι. Δεν έχω ξεκινήσει να τρέμω στα καλά του καθουμένου.

Παύση

-Δεν είναι αυτό.
-Έχω νιώσει άλλα πράγματα όμως. 
-Τι πράγματα;
-Έχω νιώσει μόνος μου. Έχω νιώσει ότι δεν προσπαθώ αρκετά κι ότι ο κόσμος κινείται πιο γρήγορα από όσο θα 'θελα, για να αισθάνομαι ασφαλής και μερικές φορές, όταν κάθομαι χωρίς κανέναν στο δωμάτιό μου, μπαίνω κάτω από την κουβέρτα.
-Και; Τι κάνεις εκεί; Κάτι που δεν θα έπρεπε να αφηγηθείς στην κοπέλα σου μήπως;
-Όοοχι. Μιλάω με τον εαυτούλη μου. Ξέρεις, προσπαθώ να σκεφτώ ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον μικρόκοσμο του κρεβατιού μου, ότι δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν, ότι κανείς δεν απαιτεί τίποτα από εμένα. Τουλάχιστον, όχι εκείνη την στιγμή...

Παύση

-Είναι κουραστικό έτσι;
-Ποιο κορίτσι μου;
-Να πρέπει να είσαι πάντα κάτι. Να είσαι πάντα κάποιος. Να σκέφτεσαι τόσο πολύ.
-Εξοντωτικό είναι.
-Τότε, γιατί το κάνεις; Γιατί το κάνουμε;
-Γιατί δεν είναι πάντα νύχτα. Αυτές οι ώρες, που δεν είσαι κανένας και δεν είσαι πουθενά, είναι λίγες.
-Τις αγαπάω αυτές τις ώρες.
-Μα, πριν είπες πως τις φοβάσαι.

Παύση

-Μερικές φορές νομίζω ότι θέλω να φοβάμαι. Θέλω να στεναχωριέμαι, να τ' αφήνω όλα να πέφτουν κάτω και να ενδίδω σε όλες τις σκοτεινές μου σκέψεις. 
-Μα γιατί;
-Δεν ξέρω. Γιατί ένας αλκοολικός σε απεξάρτηση κρύβει ένα μπουκάλι ουίσκι στο ντουλάπι; Γιατί ένας πυρομανής κρατάει έναν σχεδόν τελειωμένο αναπτήρα κάτω από το κρεβάτι του; Γιατί ο χωρισμένος δεν σκίζει τις φωτογραφίες της πρώην του.
-....
-Ο κίνδυνος μας κρατάει ζωντανούς μωρό μου. Ο κίνδυνος μας τραβάει, όπως η φωτιά τραβάει τις πεταλούδες. Την κοιτάζουν πάντα από μακριά, την λατρεύουν, μα, όταν πλησιάσουν κοντά, καίγονται.

Παύση

-Σε φοβάμαι σήμερα.
-Τι φοβάσαι;
-Νιώθω ότι είμαι η πεταλούδα κι ότι είσαι η φωτιά.
-Χαχα.
-Μη γελάς. Με μπερδεύεις απόψε.
-Δεν σε μπερδεύω εγώ. Εσύ σε μπερδεύεις. Σου λέω πράγματα που δεν έχουν ξαναβγεί από το στόμα μου κι εσύ με φοβάσαι. Φοβάσαι μία πλευρά μου που απλά αποφάσισα να μην σου δείξω μέχρι τώρα.
-Γιατί τα σκέφτεσαι όλα αυτά;
-Γιατί νιώθω μόνη μου κι όταν νιώθω μόνη μου σκέφτομαι περίεργα πράγματα.

Παύση

-Μα δεν είσαι μόνη σου. Είμαι κι εγώ εδώ. Να κοίτα. 
-Μπορείς να μ' αγκαλιάσεις όσο σφιχτά θέλεις, μα εγώ πάλι θα αισθάνομαι μόνη. Είχα διαβάσει κάποτε, ότι είναι πιθανό να βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο με πενήντα άτομα και να αισθάνεσαι μόνος.
-Μα εγώ δεν είμαι πενήντα τυχαία άτομα.
-Μην το παίρνεις προσωπικά. Ήμουν μόνη μου, πολύ πριν έρθεις στη ζωή μου και θα είμαι μόνη μου αφού φύγεις απ' αυτήν. 
-Δεν θέλω να αισθάνεσαι έτσι.
-Δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι' αυτό. Δεν είσαι ούτε φλόγα, ούτε μπουκάλι ουίσκι, ούτε ναρκωτικά.
-Τι είμαι τότε;

Παύση

-Ξέρεις γιατί αισθανόμαστε μόνοι;
-Γιατί δεν υπάρχει κανένας να μας καταλάβει;
-Γιατί ο κόσμος είναι άδειος. Γιατί όσο και να μιλήσεις, όσο κι να ουρλιάξεις, όσο κι αν σκεφτείς, στο τέλος της ημέρας δεν υπάρχει φωτιά τόσο δυνατή, για να σε κάψει. Γιατί κάναμε την πραγματικότητα ένα σύμπαν βολικό και άνοστο. Γιατί καταντήσαμε γραφικοί της κωμωδίας σε έναν κόσμο γεμάτο τραγωδίες. Γιατί στο τέλος της συζήτησης θα σου ανοίξω τα πόδια μου κι εσύ θα νομίζεις ότι ζούμε κάτι έντονο και μαγικό, κάτι μοναδικό.
-Ενώ;
-Ενώ ο κόσμος μωρό μου είναι πολύ ασφαλής, για να νιώσω το οτιδήποτε πια. Όχι, δεν φοβάμαι. Δυστυχώς, δεν υπάρχει τίποτα να με τρομάζει. Όσο κι αν προσπαθώ, όσο κι αν θέλω να πείσω τον εαυτό μου...

Παύση

-Τι; Κλαις;
-Όχι.
-Αφού κλαις. Τα μάγουλά σου είναι υγρά και νιώθω το στήθος σου να πάλλεται πιο έντονα πάνω στο δικό μου.
-Κοίτα. Μια πεταλούδα. Άκου πως καίγονται τα φτερά της στην φωτιά. 
-Μα δεν υπάρχει φωτιά.
-Όχι εδώ. Εδώ δεν υπάρχει φωτιά. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ.

Ακούς;


All around me are familiar faces
Worn out places, worn out faces
Bright and early for their daily races
Going nowhere, going nowhere
Their tears are filling up their glasses
No expression, no expression
Hide my head, I want to drown my sorrow
No tomorrow, no tomorrow

And I find it kinda funny, I find it kinda sad
The dreams in which I'm dying are the best I've ever had
I find it hard to tell you, I find it hard to take
When people run in circles it's a very very
Mad world, mad world


Children waiting for the day, they feel good
Happy birthday, happy birthday
Made to feel the way that every child should
Sit and listen, sit and listen
Went to school and I was very nervous
No one knew me, no one knew me
Hello teacher, tell me what's my lesson
Look right through me, look right through me


And I find it kinda funny, I find it kinda sad
The dreams in which I'm dying are the best I've ever had
I find it hard to tell you, I find it hard to take
When people run in circles it's a very very
Mad world, mad world
Enlarge your world
Mad world





Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017 | By: Forgotten Bard

Η τέχνη του να είσαι τίποτα

Να το πάλι. Γλιστράει κάτω από το κρεβάτι. Αυτό το συναίσθημα, μία σκιά που αέναα σε στοιχειώνει κι εσύ της κλείνεις την πόρτα κατάμουτρα, λίγο πριν σε πνίξει. Νιώθεις αυτήν την ένταση σαν να κάνεις έρωτα, για τελευταία φορά, στα στενά πίσω καθίσματα ενός φτηνού αυτοκινήτου, ανάμεσα σε τσιγάρα σβησμένα μέσα σε πλαστικά ποτήρια και ένα μπουκάλι ξινισμένο κρασί και λίγα δάκρυα και στόματα που δεν θα ξανανοίξουν ποτέ να μοιραστούν το "χαμογέλαγες για 'μένα σήμερα;". Ξέρεις, αυτή η τρέλα ότι θα σε πιάσουν, ότι θα σε δουν, ενώ ιδρώνεις, βαριανασαίνεις, τρυπάς τα χείλια σου με τα μπροστινά δόντια μέχρι να μουδιάσουν. Τα δάχτυλά σου κοκκινίζουν και μετά ασπρίζουν γραπώνοντας ένα ύφασμα κι εσύ δεν ξέρεις ότι το ύφασμα που πιάνεις είναι στην πραγματικότητα η ψυχή του, η ψυχή της. Τα μάτια σου ανοίγουν διάπλατα, οι κόρες σου διαστέλλονται, τα τζάμια έχουν θολώσει από την ζέστη που εκπέμπουν οι φλέβες σας. Ο ιδρώτας μυρίζει καύλα, όταν είναι από δύο. Μην χαμογελάς, όλοι το ξέρουν.

Κλικ.

Έτσι μοιάζει κι η σκιά. Ο φόβος είναι σαν τον τελευταίο οργασμό που θα σου χαρίσει. Ξέρεις ότι είναι εκεί, είναι πάντα εκεί, απλά το αγνοείς. Ξέρεις πιο είναι το γαμάτο με τους τελευταίους οργασμούς; Να τους ζήσεις, να ανοίξεις την πόρτα κρατώντας μία βαλίτσα γεμάτη με τα πράγματά του, με τα πράγματά της και να πεις "πήδα με σαν να με αγαπάς, πήδα με ακόμα κι αν κλαίω, πήδα με ακόμα κι αν πρώτα πήδηξες την ψυχή μου". Και νιώθεις μαχαίρια να κυλάνε στο λαιμό σου και να σε σκίζουν μανιασμένα και δεν υπάρχει χώρος για "σταμάτα" και το στομάχι σου καίγεται, λες και χίλιες μικρές κλωστές το 'χουν δέσει κυκλικά κι ο παρτενέρ σου τραβάει τα νήματα κι εσύ πονάς και λιώνεις και τσιρίζει, ουρλιάζει η ψυχή σου... μα το σώμα σου δεν λέει να σταματήσει. Το σώμα σου δεν σε λυπάται, γιατί δεν το λυπήθηκες ποτέ. Δακρύζεις ρε μαλάκα, το ξέρω δακρύζεις, αλλά όχι όσο θα 'πρεπε, όχι όσο κλαίει η ψυχή σου. Το σώμα σου κούμπωνε στο σώμα του και κουμπώνει ακόμα, σαν δύο τέλεια κομμάτια παζλ, φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Όμως τελικά το παιχνίδι δεν ήταν παζλ. Το παιχνίδι ήταν ρώσικη ρουλέτα, με δύο σφαίρες, δύο πιστόλια κι εσύ νόμιζες ότι κρατούσες το ένα από τα δύο και τελικά κατάλαβες ότι και τα δύο ήταν δικά του, ήταν δικά της, δεν ήταν δικά σας. 

Κλικ.

Το ένιωσα. Κρατούσα την μπλούζα σου σφιχτά κι εσύ νόμιζες πως ο στόχος ήταν η μπλούζα σου. Δεν φαντάστηκες στιγμή, ότι αυτό που προσπαθούσα να κλέψω ήταν το χαμόγελό σου. Να μου το χάριζες για μία στιγμή ακόμα κι ας ήταν ψεύτικο. Ας ήταν και για κάποιον άλλον, δεν γαμιέται. "Χαμογελάει ο κόσμος μου, όταν χαμογελάς". Όταν ήσουν εκεί, η σκιά φοβόταν, κρυβόταν και κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι, δεν τολμούσε να με πλησιάσει, γιατί έτρεμε το χαμόγελό σου. 

Κλικ.

Τώρα σέρνεται ανενόχλητη από πίσω, σαν το σάπιο αίμα που τρέχει από τις φλέβες μου συνεχώς. Μερικές φορές γυρίζω και την κοιτάζω να το γλύφει, να το ρουφάει σαν νέκταρ και να μου ρίχνει τα δικά της ζοφερά χαμόγελα, που μου υπενθυμίζουν πως μία από αυτές τις μέρες θα με καταπιεί. Όταν ήσουν εκεί την λυπόμουν, τώρα... τώρα, δεν θα στο κρύψω ρε, την φοβάμαι. Κι εσένα φοβάμαι κι εμένα φοβάμαι και το κρεβάτι μου φοβάμαι.

Κλικ.

Τρέχω. Τρέχω να γλιτώσω, να μην την αντικρίσω ξανά, μα εκείνη μεγαλώνει και δυναμώνει και σέρνεται, σαν σκουλήκι έτοιμο να τρυπώσει από τις οπές του σώματος μου, που κάποτε ήταν γεμάτες με τα χαμόγελά σου και τώρα είναι άδειες και ότι υπήρχε εκεί μαράθηκε καιρό τώρα και πλέον δεν θυμάμαι αν ήμουν εγώ ή εσύ ή εμείς που τις γεμίζαμε. Ρουφάω οξυγόνο μα ξεχνάω να εκπνεύσω, κάνω μία τελευταία προσπάθεια να την αγνοήσω, μα έχει μεγαλώσει τόσο πολύ κι εγώ δεν ξέρω πως να την σταματήσω, δεν θυμάμαι πως μου είχες πει να το κάνω, δεν θυμάμαι ποια λόγια σου την έδιωχναν κι εσύ δεν είσαι πουθενά να την σταματήσεις. Τα χέρια μου σφίγγουν τώρα τα κρύα μου παπλώματα, γιατί η ψυχή σου δεν είναι πουθενά να κρατηθώ απ' αυτήν και σκεπάζομαι μέχρι το κεφάλι μου να καλυφθεί και να κρυφτώ στο σκοτάδι, εκεί που όλα είναι σκιερά και δεν θα την ξεχωρίζω ανάμεσα στις υπόλοιπες σκιές. Τα δόντια σκίζουν τα χείλη και νιώθω το αίμα να κυλάει στο σαγόνι μου και η καρδιά τρέμει και ο ιδρώτας μου μυρίζει φόβο κι ενοχές και τα τσιγάρα είναι σβησμένα σε τασάκι και είναι μόνο δικά μου και το κρασί είναι φτηνιάρικο ουίσκι και τα δάκρυα είναι μόνο δικά μου και το στόμα ανοιγοκλείνει μα κανένας ήχος δεν βγαίνει, παρά μόνο αναφιλητά και η μόνη φράση που τριγυρίζει στο μυαλό μου είναι... "δεν υπάρχει κανείς να χαμογελάσει για 'μένα σήμερα".

Κλικ.

Και τα μάτια μου παραμένουν κλειστά, τόσο σφιχτά που κοντεύουν κι αυτά να ματώσουν. Δεν αντικρίζουν πλέον τα δικά σου τα μάτια. Οι κόρες δεν διαστέλλονται, γιατί δεν διασταυρώνονται με τις δικές σου. Και τώρα εύχομαι να με πηδούσες ξανά, όπως εκείνη την τελευταία φορά κι ας ήταν η ψυχή μου που πηδούσες κι ας ούρλιαζε ο κόσμος μου κι ας λαχταρούσα ένα χαμόγελο που δεν ήρθε ποτέ, γιατί τουλάχιστον θα ήξερα πως μπορώ να το κλέψω. Τώρα η σκιά με αγκαλιάζει, μόνο το παγωμένο ύφασμα ανάμεσα σ' εμένα και σ' εκείνην. Νιώθω τα δάχτυλά της να αγγίζουν τα δικά μου κι είναι σαν μικρές, πυρωμένες καρφίτσες να καρφώνονται στη σάρκα μου, νιώθω τα σκοτεινά της χείλη να στάζουν λίγο από το σάπιο αίμα μου στο πάπλωμα κι εκείνο εισχωρεί κάτω από τα νύχια μου, λες κι είναι λεπίδες από ξυράφι και είναι αδύνατον πια να θυμηθώ το χαμόγελό σου.

Κλικ.

Ξέρω πόσο διαρκεί. Μα κάθε φορά είναι ακόμα λίγο παραπάνω. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει και πονάνε, όχι σαν τον πόνο που αισθάνεσαι μετά από τον τελευταίο οργασμό. Κρύβει μία χαρά εκείνος ο πόνος, ένα τέλος, μία αρχή. Αυτός ο πόνος είναι κούραση, παραίτηση, λες και είσαι δεμένος σε μία καρέκλα, σου έχουν κόψει με νυστέρι τα βλέφαρα και προσπαθείς να κοιμηθείς με ανοιχτά τα μάτια, βλέποντας ξανά και ξανά να παίζονται σε επανάληψη οι χειρότερες στιγμές σου, σε μία ξύλινη τηλεόραση, κυκλωμένη από λιωμένα κεριά που δεν πρόκειται να σβήσουν μέχρι να πεθάνεις.

Κλικ.

Αφήνω το πάπλωμα. Εκείνη με ξεσκεπάζει. Έχει κάτι από αβυσσαλέα σιωπή το πρόσωπό της. Η ησυχία του θανάτου, του νεκροταφείου μετά την κηδεία, όταν όλοι έχουν φύγει και τα πτώματα -ξέρεις- δεν λένε παραμύθια. Έχω ανοίξει τα μάτια μου. Φόβος. Ασφυξία. Παράλυση. Έχω ξεχάσει να πάρω ανάσα. Πνίγομαι. Προσπαθώ να θυμηθώ το χαμ

Μπαμ.