Κυριακή 26 Αυγούστου 2018 | By: Forgotten Bard

Περί Συγγραφής, Φόβου και λοιπών ανησυχιών




Για χάρη της παρούσας ανάρτησης θα περιοριστούμε στο να ορίσουμε - αυθαίρετα, ανώριμα και αφαιρετικά – τη ζωή, τον κόσμο γύρω μας, καθώς και την καθημερινότητα, ως τίποτα παραπάνω από μια αέναη δίνη εντροπίας. Ένα παράγωγο του χάους, το οποίο αποκτά κάποια σχετική ομοιομορφία μέσα από αφηρημένες σταθερές, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν de facto μεταβλητές, αμετάβλητες μόνο για όσο τις εκλαμβάνουμε ως τέτοιες κι όσο οι εξωτερικοί παράγοντες τις επιτρέπουν να δρουν σαν τέτοιες.

Ξέρω, ότι πολλοί από τους ανθρώπους γύρω μου τείνουν να συμμορφώνονται με το προαναφερθέν χάος. Δέχονται πως τα πάντα υπόκεινται στην προκαθορισμένη αλλαγή και τελικά στον θάνατο, στο τέλος τους. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν τυχαίνει να είμαι ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Μου αρέσει η σταθερότητα, η επανάληψη, το πρόγραμμα. Ακόμα κι αν γνωρίζω με βεβαιότητα, μέσα από προηγούμενες εμπειρίες, πως στην ουσία του τίποτα δεν είναι σταθερό, συνεχίζω πεισματικά να διαμορφώνω τη ζωή μου βασισμένος στην ψευδαίσθηση των αμετάβλητων σημείων, στον χώρο και τον χρόνο.

Ίσως, ίσως λέω, η ευθύνη για την παραπάνω πεισματική συμπεριφορά, να μην αποτελεί τόσο φταίξιμο δικό μου, όσο του δυτικού πολιτισμού, ο οποίος έχει χτίσει ολόκληρη την αυτοκρατορία του σε θεμέλια σταθερού χωροχρόνου. Ίσως.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να βάλω μια τάξη στο βασίλειο της αταξίας, έχω διαμορφώσει τη δική μου φούσκα, το δικό μου καβούκι υποθετικής και υπερεκτιμημένης σταθερότητας. Προφανώς, τις περισσότερες φορές καταλήγει στην αναμενόμενη απογοήτευση και προφανώς, το ιδανικό θα ήταν να σταματήσω να ζω με αυταπάτες… αλλά αυτός είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτω, ο μόνος τρόπος που κληροδότησα στον εαυτό μου για να επιβιώνει σε αυτό το αχανές και απροσδιόριστο κονσερβοκούτι που με περιβάλει. Πέρα από απογοήτευση, αυτό το μονοπάτι κρύβει ταυτόχρονα πολλές, πολλές και συνεχείς αποτυχίες.

Οπότε, χαρίζοντας μια ταπεινή συμβουλή στους υπόλοιπους παθόντες, σταθεροτητολάγνους, η νούμερο ένα αρετή, για ένα, αν όχι πετυχημένο, τουλάχιστον βιώσιμο ταξίδι σε αυτό το μονοπάτι, είναι η συμφιλίωση με την αποτυχία. Δεν είναι ευχάριστο για κανέναν να αποτυγχάνει, όλοι το σιχαίνονται, αλλά τουλάχιστον, όταν κάτι δε μπορείς να το αποφύγεις, προσπάθησε να το κάνεις φίλο σου. Στην τελική – να δεις κανένας Μπουκόφσκι θα το έχει πει, αυτός είναι που πετάει κάτι τέτοια έξυπνα – «σημασία έχει πόσο καλά τα καταφέρνεις να περάσεις μέσα από τη φωτιά». Θα προσθέσω, «και να βγεις από εκεί μέσα ζωντανός».  

Μετά τη συμφιλίωση με τη φλόγα, ακολουθεί το χτίσιμο του οικοδομήματος, αυτού του υποθετικού καταφυγίου που προστατεύει τους σταθεροτητολάγνους από το χάος. Εκεί χρειάζονται κολώνες, εκείνες οι υποθετικές αμετάβλητες, μεταβλητές, που πρόκειται να βαφτίσουμε σταθερές, ακόμα κι αν σε καμία περίπτωση δεν είναι. Αυτές, έχουν δύο μορφές στο δικό μου κεφάλι. Υπάρχουν οι εσωτερικές κολώνες, αυτές που στηρίζουν συθέμελα το οικοδόμημα και είμαι σίγουρος πως αν, έστω και μία από αυτές γκρεμιστεί, τότε ολόκληρο το οικοδόμημα κινδυνεύει να καταρρεύσει. Αν γκρεμιστούν δύο, τότε η καταστροφή είναι σίγουρη. Στη συνέχεια υπάρχουν οι εξωτερικές κολώνες, εκείνες που καθορίζουν τα όρια επέκτασης του οικοδομήματος. Εκείνες, αν και δεν είναι απαραίτητες για την ομαλή διαβίωση, εξασφαλίζουν ένα προστατευτικό σκέπαστρο, για μια σταθερή μετάβαση στον έξω κόσμο.

Ξέρω, πολύ μπερδεμένα τα πράγματα, bear with be, θα το αναλύσω.



Για να αιτιολογηθεί σιγά σιγά κι ο τίτλος της ανάρτησης, ας πάρουμε το πρώτο κομμάτι. Γιατί περί συγγραφής; Στη δική μου φούσκα σταθερότητας, οι εσωτερικές κολώνες αποτελούνται από τα πολύ βασικά, απαραίτητα για την επιβίωση, συστατικά. Φαγητό, νερό, υγεία (τουλάχιστον σωματική, αν δε μπορεί πάντα να συνοδεύεται κι από την ψυχική), σπίτι, ρούχα, καθώς και δύναμη και υγεία για τους πολύ πολύ σημαντικούς και στενούς μου ανθρώπους. Όλα αυτά είναι εσωτερικά θεμέλια, γιατί ξέρω πως ό,τι και να συμβεί στη ζωή μου, όσο δεν ταρακουνά αυτά τα θεμέλια, μπορώ να ανταπεξέλθω, μπορώ να εκτιμήσω αυτά που ήδη έχω και με βάση αυτά να συνεχίσω.  

Από την άλλη, τα εξωτερικά θεμέλια έχουν να κάνουν περισσότερο με τον αυτοπροσδιορισμό, με τους στόχους, με τα όνειρα. Ένα από τα δικά μου εξωτερικά θεμέλια αποτελεί η συγγραφή. Η συγγραφή, αν και έχει αποκτήσει τη φήμη της μοναχικής συνήθειας, είναι ο πιο σταθερός και μακροχρόνιος τρόπος που διαθέτω για να αντιμετωπίζω τα πράγματα γύρω μου και ταυτόχρονα να κοινωνικοποιούμαι. Ο λόγος, που με βοηθάει να αντιμετωπίζω καταστάσεις, είναι γιατί αποτελεί επέκταση της σκέψης. Αν και έχει αποδειχτεί επανειλημμένα δύσκολο, ως και ακατόρθωτο, να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά και να τους επιβληθώ, έχει αποδειχτεί επανειλημμένα ευδιακρίτως ευκολότερο να βάλω σε μια σειρά τις προτάσεις μου στο χαρτί (ή στο word, στην προκειμένη). Ο λόγος, που με βοηθάει να κοινωνικοποιηθώ, είναι γιατί με προσδιορίζει και με χαρακτηρίζει. Μου δίνει ταυτότητα. Γνωρίζοντας τον εαυτό μου, είναι πιο εύκολο να γνωρίσω τους άλλους.

Γιατί περί φόβου;

Περί φόβου, γιατί όπως ανέφερα επανειλημμένα, χτίζεις ένα θεόρατο οικοδόμημα, βασίζοντάς το πάνω σε μεταβλητές κολώνες, πότε στερεές, πότε υγρές και πότε αέριες, που τις βαφτίζεις αμετάβλητες για χάρη του υπόλοιπου οικοδομήματος. Για να ασχοληθούμε με κάτι περισσότερο χειροπιαστό. Γιατί περί συγγραφής και περί φόβου; Γιατί, αφού αποφασίσεις τι είναι αυτό που σε κάνει να είσαι αυτό που είσαι, αυτό που σε ολοκληρώνει, τότε δημιουργείς ταυτόχρονα και μια υποχρέωση απέναντι στον εαυτό σου. Να υποστηρίξεις αυτό που είσαι. Επομένως, η συγγραφή αποτελεί ταυτόχρονα σωτηρία και πνιγμό.

Don’t get me wrong here. Το να πετάω τις ταπεινές μου σκέψεις στο χαρτί, να δημιουργώ ολόκληρους κόσμους, να διαμορφώνω χαρακτήρες και να κινώ τα νήματα της πλοκής αποτελούν κάτι παραπάνω από χόμπι, απασχόληση ή ελεύθερο χρόνο. Αποτελούν αυτό που με κάνει να είμαι αυτό που είμαι. Δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς αυτή την πτυχή του. Δεν ξέρω καν τι υπάρχει πέρα από αυτό για εμένα. Ωστόσο, η συγγραφή βρίσκεται εκεί, για όσο τη θρέφω. Αν σταματήσω να τη θρέφω, θα σταματήσει να υπάρχει.

Εδώ έρχεται ο φόβος. Στις ημέρες, που ανοίγεις ένα λευκό, κενό από μαύρα γράμματα word document και προσπαθείς να το γεμίσεις, μα δεν καταφέρνεις να γράψεις ούτε μια σειρά. Στις ημέρες, που ενώ όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι σκέφτονται ένα πράγμα κι αυτό απτό, εσύ σκέφτεσαι δύο και μάλιστα το ένα πολύ μακριά από εδώ. Στις μέρες, που το βιβλίο, το οποίο γράφεις τα τελευταία δύο χρόνια, δεν έχει τελειώσει ακόμα κι εσύ δεν ξέρεις ούτε καν αν είναι έστω αξιοπρεπές ή απλά θα μείνει για πάντα στο συρτάρι.

Στις μέρες, που αντί να είσαι έξω από το οικοδόμημα ψάχνοντας σαν τρελός να βρεις μια δουλειά για να σε θρέψει, κρίνεις πιο σημαντικό το να διανθίσεις το πενιχρό, από viewers, blog σου – ένα blog που κατά πάσα πιθανότητα διαβάζουν μετρημένα πέντε άτομα – με την παρούσα ανάρτηση.



Πιστεύω, πως δεν έχει να κάνει μόνο με τη συγγραφή, αλλά με κάθε εξωτερική κολώνα. Βρίσκεις, εσύ ο σταθεροτητολάγνος, τις κολώνες σου, αναγνωρίζεις την ύπαρξή τους κι έπειτα προσπαθείς με νύχια και με δόντια να τις κρατήσεις όρθιες. Μερικές φορές γκρεμίζονται, κάποιες από αυτές τις φορές είσαι εσύ ο μοναδικός υπαίτιος, κάποιες άλλες όχι. Αποτραβιέσαι ξανά μέσα στο οικοδόμημα τρομαγμένος, σταυρώνεις τα χέρια και προσεύχεσαι, να μην τύχει και φυσήξει κανένας ακόμα άνεμος και σπάσει τις εσωτερικές κολώνες και γκρεμιστούν τα πάντα, όσα έχεις χτίσει, πάνω στο κεφάλι σου και σε βυθίσουν στον πάτο. Και είναι ένας διαφορετικός πάτος εκείνος. Είναι άλλο να είσαι απλά πεσμένος κάτω και τελείως διαφορετικό να σε πλακώνουν από πάνω δέκα κιλά σκατά…

Ωστόσο, δεν είναι κακό να αφήνεις για λίγο τις εξωτερικές σου κολώνες εκτεθειμένες. Να τις παρατάς να στέκονται απέναντι στον άνεμο και να αποτραβιέσαι, να παίρνεις μια βαθιά ανάσα κι έπειτα να ορμάς με μεγαλύτερη δύναμη για να χτίσεις ακόμα περισσότερες. Να βγαίνεις έξω από το οικοδόμημα, έξω από την αυλή του, έξω από τα σύνορα του και να χτίζεις τελικά κολώνες ακόμα και σε αχαρτογράφητες περιοχές. Είναι τρομαχτικό, το ξέρω, αλλά μπορεί να συμβεί.

Διαβάζοντας ξανά, από την αρχή μέχρι το τέλος, αυτή μου την ανάρτηση, έχω αποφασίσει τρία πράγματα. Πρώτον, ότι είναι αδικαιολογήτως μεγάλη. Δεύτερον, ότι θέλω να ευχαριστήσω όποιον είχε την υπομονή να τη διαβάσει ολόκληρη, γιατί στην τελική δεν ξέρω κατά πόσο αποτελεί ένα δικό μου, εσωτερικό retrospective και κατά πόσο, όπως οι υπόλοιπες αναρτήσεις αυτού του blog, αποτελεί μια θεώρηση της πραγματικότητας που μπορεί να βρει πρακτική εφαρμογή στις ζωές άλλων. Τρίτον, ότι αυτή είναι η πιο ειλικρινής ανάρτηση που έχω γράψει ποτέ, αυστηρά αυτοβιογραφική και οργασμικά εκτονωτική. Λογοτεχνικά φτωχή. Στοχοθετικά, αρκετά κοντά στο αποτέλεσμα που ήλπιζα. Δεν διατίθεμαι να την αλλάξω, να τη διορθώσω ή να την μεταβάλω με τον οποιονδήποτε τρόπο. Γράφω τέσσερεις ώρες, τώρα και είναι από τις λίγες φορές που είμαι πλήρως ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. Αν για κάποιον σημαίνει κάτι, τότε είμαι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένος γι’ αυτό.

Κι επειδή δε θέλω να κλείσω με μια σειρά από ενδοσκοπικούς απολογισμούς και φανφάρες, προτιμώ να ολοκληρώσω με μια συμβουλή προς κάθε επίδοξο συγγραφέα ή απλά σταθεροτητολάγνο που πασχίζει να ορθώσει τις κολώνες του. Υπομονή, αυτοπειθαρχία, εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Τόσο ο αγώνας της συγγραφής, όσο κι ο αγώνας για σταθερότητα αποτελούν εσωτερικούς αγώνες. Ίσως τους πιο δύσκολους, μεγάλους και φοβερούς που πρόκειται να τρέξεις. Μα είναι οι μάχες που καταφέρνεις να κερδίσεις μόνος, εκείνες που θα σε καταστήσουν περισσότερο περήφανο για τον εαυτό σου, περισσότερο ευτυχισμένο.

Στον καθένα που προσπαθεί να χτίσει κάτι εκεί έξω,
 I salute you.