Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017 | By: Forgotten Bard

Η τέχνη του να είσαι τίποτα

Να το πάλι. Γλιστράει κάτω από το κρεβάτι. Αυτό το συναίσθημα, μία σκιά που αέναα σε στοιχειώνει κι εσύ της κλείνεις την πόρτα κατάμουτρα, λίγο πριν σε πνίξει. Νιώθεις αυτήν την ένταση σαν να κάνεις έρωτα, για τελευταία φορά, στα στενά πίσω καθίσματα ενός φτηνού αυτοκινήτου, ανάμεσα σε τσιγάρα σβησμένα μέσα σε πλαστικά ποτήρια και ένα μπουκάλι ξινισμένο κρασί και λίγα δάκρυα και στόματα που δεν θα ξανανοίξουν ποτέ να μοιραστούν το "χαμογέλαγες για 'μένα σήμερα;". Ξέρεις, αυτή η τρέλα ότι θα σε πιάσουν, ότι θα σε δουν, ενώ ιδρώνεις, βαριανασαίνεις, τρυπάς τα χείλια σου με τα μπροστινά δόντια μέχρι να μουδιάσουν. Τα δάχτυλά σου κοκκινίζουν και μετά ασπρίζουν γραπώνοντας ένα ύφασμα κι εσύ δεν ξέρεις ότι το ύφασμα που πιάνεις είναι στην πραγματικότητα η ψυχή του, η ψυχή της. Τα μάτια σου ανοίγουν διάπλατα, οι κόρες σου διαστέλλονται, τα τζάμια έχουν θολώσει από την ζέστη που εκπέμπουν οι φλέβες σας. Ο ιδρώτας μυρίζει καύλα, όταν είναι από δύο. Μην χαμογελάς, όλοι το ξέρουν.

Κλικ.

Έτσι μοιάζει κι η σκιά. Ο φόβος είναι σαν τον τελευταίο οργασμό που θα σου χαρίσει. Ξέρεις ότι είναι εκεί, είναι πάντα εκεί, απλά το αγνοείς. Ξέρεις πιο είναι το γαμάτο με τους τελευταίους οργασμούς; Να τους ζήσεις, να ανοίξεις την πόρτα κρατώντας μία βαλίτσα γεμάτη με τα πράγματά του, με τα πράγματά της και να πεις "πήδα με σαν να με αγαπάς, πήδα με ακόμα κι αν κλαίω, πήδα με ακόμα κι αν πρώτα πήδηξες την ψυχή μου". Και νιώθεις μαχαίρια να κυλάνε στο λαιμό σου και να σε σκίζουν μανιασμένα και δεν υπάρχει χώρος για "σταμάτα" και το στομάχι σου καίγεται, λες και χίλιες μικρές κλωστές το 'χουν δέσει κυκλικά κι ο παρτενέρ σου τραβάει τα νήματα κι εσύ πονάς και λιώνεις και τσιρίζει, ουρλιάζει η ψυχή σου... μα το σώμα σου δεν λέει να σταματήσει. Το σώμα σου δεν σε λυπάται, γιατί δεν το λυπήθηκες ποτέ. Δακρύζεις ρε μαλάκα, το ξέρω δακρύζεις, αλλά όχι όσο θα 'πρεπε, όχι όσο κλαίει η ψυχή σου. Το σώμα σου κούμπωνε στο σώμα του και κουμπώνει ακόμα, σαν δύο τέλεια κομμάτια παζλ, φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Όμως τελικά το παιχνίδι δεν ήταν παζλ. Το παιχνίδι ήταν ρώσικη ρουλέτα, με δύο σφαίρες, δύο πιστόλια κι εσύ νόμιζες ότι κρατούσες το ένα από τα δύο και τελικά κατάλαβες ότι και τα δύο ήταν δικά του, ήταν δικά της, δεν ήταν δικά σας. 

Κλικ.

Το ένιωσα. Κρατούσα την μπλούζα σου σφιχτά κι εσύ νόμιζες πως ο στόχος ήταν η μπλούζα σου. Δεν φαντάστηκες στιγμή, ότι αυτό που προσπαθούσα να κλέψω ήταν το χαμόγελό σου. Να μου το χάριζες για μία στιγμή ακόμα κι ας ήταν ψεύτικο. Ας ήταν και για κάποιον άλλον, δεν γαμιέται. "Χαμογελάει ο κόσμος μου, όταν χαμογελάς". Όταν ήσουν εκεί, η σκιά φοβόταν, κρυβόταν και κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι, δεν τολμούσε να με πλησιάσει, γιατί έτρεμε το χαμόγελό σου. 

Κλικ.

Τώρα σέρνεται ανενόχλητη από πίσω, σαν το σάπιο αίμα που τρέχει από τις φλέβες μου συνεχώς. Μερικές φορές γυρίζω και την κοιτάζω να το γλύφει, να το ρουφάει σαν νέκταρ και να μου ρίχνει τα δικά της ζοφερά χαμόγελα, που μου υπενθυμίζουν πως μία από αυτές τις μέρες θα με καταπιεί. Όταν ήσουν εκεί την λυπόμουν, τώρα... τώρα, δεν θα στο κρύψω ρε, την φοβάμαι. Κι εσένα φοβάμαι κι εμένα φοβάμαι και το κρεβάτι μου φοβάμαι.

Κλικ.

Τρέχω. Τρέχω να γλιτώσω, να μην την αντικρίσω ξανά, μα εκείνη μεγαλώνει και δυναμώνει και σέρνεται, σαν σκουλήκι έτοιμο να τρυπώσει από τις οπές του σώματος μου, που κάποτε ήταν γεμάτες με τα χαμόγελά σου και τώρα είναι άδειες και ότι υπήρχε εκεί μαράθηκε καιρό τώρα και πλέον δεν θυμάμαι αν ήμουν εγώ ή εσύ ή εμείς που τις γεμίζαμε. Ρουφάω οξυγόνο μα ξεχνάω να εκπνεύσω, κάνω μία τελευταία προσπάθεια να την αγνοήσω, μα έχει μεγαλώσει τόσο πολύ κι εγώ δεν ξέρω πως να την σταματήσω, δεν θυμάμαι πως μου είχες πει να το κάνω, δεν θυμάμαι ποια λόγια σου την έδιωχναν κι εσύ δεν είσαι πουθενά να την σταματήσεις. Τα χέρια μου σφίγγουν τώρα τα κρύα μου παπλώματα, γιατί η ψυχή σου δεν είναι πουθενά να κρατηθώ απ' αυτήν και σκεπάζομαι μέχρι το κεφάλι μου να καλυφθεί και να κρυφτώ στο σκοτάδι, εκεί που όλα είναι σκιερά και δεν θα την ξεχωρίζω ανάμεσα στις υπόλοιπες σκιές. Τα δόντια σκίζουν τα χείλη και νιώθω το αίμα να κυλάει στο σαγόνι μου και η καρδιά τρέμει και ο ιδρώτας μου μυρίζει φόβο κι ενοχές και τα τσιγάρα είναι σβησμένα σε τασάκι και είναι μόνο δικά μου και το κρασί είναι φτηνιάρικο ουίσκι και τα δάκρυα είναι μόνο δικά μου και το στόμα ανοιγοκλείνει μα κανένας ήχος δεν βγαίνει, παρά μόνο αναφιλητά και η μόνη φράση που τριγυρίζει στο μυαλό μου είναι... "δεν υπάρχει κανείς να χαμογελάσει για 'μένα σήμερα".

Κλικ.

Και τα μάτια μου παραμένουν κλειστά, τόσο σφιχτά που κοντεύουν κι αυτά να ματώσουν. Δεν αντικρίζουν πλέον τα δικά σου τα μάτια. Οι κόρες δεν διαστέλλονται, γιατί δεν διασταυρώνονται με τις δικές σου. Και τώρα εύχομαι να με πηδούσες ξανά, όπως εκείνη την τελευταία φορά κι ας ήταν η ψυχή μου που πηδούσες κι ας ούρλιαζε ο κόσμος μου κι ας λαχταρούσα ένα χαμόγελο που δεν ήρθε ποτέ, γιατί τουλάχιστον θα ήξερα πως μπορώ να το κλέψω. Τώρα η σκιά με αγκαλιάζει, μόνο το παγωμένο ύφασμα ανάμεσα σ' εμένα και σ' εκείνην. Νιώθω τα δάχτυλά της να αγγίζουν τα δικά μου κι είναι σαν μικρές, πυρωμένες καρφίτσες να καρφώνονται στη σάρκα μου, νιώθω τα σκοτεινά της χείλη να στάζουν λίγο από το σάπιο αίμα μου στο πάπλωμα κι εκείνο εισχωρεί κάτω από τα νύχια μου, λες κι είναι λεπίδες από ξυράφι και είναι αδύνατον πια να θυμηθώ το χαμόγελό σου.

Κλικ.

Ξέρω πόσο διαρκεί. Μα κάθε φορά είναι ακόμα λίγο παραπάνω. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει και πονάνε, όχι σαν τον πόνο που αισθάνεσαι μετά από τον τελευταίο οργασμό. Κρύβει μία χαρά εκείνος ο πόνος, ένα τέλος, μία αρχή. Αυτός ο πόνος είναι κούραση, παραίτηση, λες και είσαι δεμένος σε μία καρέκλα, σου έχουν κόψει με νυστέρι τα βλέφαρα και προσπαθείς να κοιμηθείς με ανοιχτά τα μάτια, βλέποντας ξανά και ξανά να παίζονται σε επανάληψη οι χειρότερες στιγμές σου, σε μία ξύλινη τηλεόραση, κυκλωμένη από λιωμένα κεριά που δεν πρόκειται να σβήσουν μέχρι να πεθάνεις.

Κλικ.

Αφήνω το πάπλωμα. Εκείνη με ξεσκεπάζει. Έχει κάτι από αβυσσαλέα σιωπή το πρόσωπό της. Η ησυχία του θανάτου, του νεκροταφείου μετά την κηδεία, όταν όλοι έχουν φύγει και τα πτώματα -ξέρεις- δεν λένε παραμύθια. Έχω ανοίξει τα μάτια μου. Φόβος. Ασφυξία. Παράλυση. Έχω ξεχάσει να πάρω ανάσα. Πνίγομαι. Προσπαθώ να θυμηθώ το χαμ

Μπαμ.








0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου