When everything feels overwhelming, the only person I turn to is myself. But this self is not part of some collective, primordial soup of human consciousness. It is just a singular I.
I am.
I cannot remember not being, thus I am.
Sometimes I wish I were an ant.
The silence is both drowning and soothing. Sometimes the little death that quiet spaces provide is exactly what we need.
Trapped in a circle of self-confusion and self-indulgence, you sometimes feel lonely, but not alone.
Imagine a club.
Imagine a nightclub with millions of people inside. Everyone is dancing and screaming. Loud music. Bright lights flickering in the dark. Alcohol. Noise. Smoke. The lingering, oppressive weight of human skin against your skin. The violent irregularity of blood flowing through your veins.
And the emptiness.
Imagine the emptiness after the club closes.
This is my head.
A party that never ends. It swirls and turns and violates every moment of silence whenever its attendants feel like it. There is noise. There is always noise. Music and sweat and people talking, talking, talking...
Shut up.
Please, shut up.
The noise begins the moment I open my eyes. Usually, it is a voice pointing out every single thing I do wrong. It intrudes violently—rude, sadistically obtrusive, destructive, familiar, raw.
The problem is that I do not hate the voice.
The voice is my voice.
I am AND the voice.
AND the voice is me.
Shut up.
Then a moment comes when you long for silence again and again and again and again, and suddenly it is quiet.
The voices subside.
The tranquility of a calm sea after a storm.
You know the water is still muddy beneath the surface. There are still weeds and algae drifting below. But the surface is calm.
So quiet.
So calm.
And so lonely.
Then you remember:
Take a note.
Take a note to talk.
Take a note to speak.
Take a note to at least, goddammit, whisper your silence.
Damn it.
Growing up, I realized that being lonely and being alone are not the same thing.
Sometimes solitude is a choice.
Sometimes it is not.
It has nothing to do with silence, and it does not have to be quiet.
When you spend so long longing for the noise inside to stop, the noise outside begins to disappear as well.
The thing about silence is that it asks nothing of you.
Silence simply is.
Sometimes the silence outside is deafening while the noise inside is abyssal.
Sometimes I wish they were reversed.
Sometimes I wish I were not a singular I.
I need to be alone, but I need not be alone as well.
Sometimes I want to politely ask the voice inside me to shut up and let someone else's voice take its place.
Not forever.
Just for a while.
I do not want to be alone.
I do not want to be a solid I.
I want to be a we.
It is not about emptiness.
I am full.
I am so full that I feel I might burst.
There is no coherence here.
I am vomiting words onto paper as they arrive. The noise spilling out.
Sometimes I wish I were part of a hive mind.
Maybe that is why I wish I were an ant.
A solitary creature longing for a colony.
I wish the solitary I could become you and we and they.
I wish I were a network.
I wish for a collective consciousness—for me to be part of it, and for it to be part of me.
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια της συννεφένιας γκόμενας. Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών και στα παγωμένα μουσεία.
Η μοναξιά είναι μάνα. Γεννάει παιδιά αυτόχειρες και μυρίζει σαν σπίτι από καιρό σφραγισμένο, όταν ανοίγουν να αποδράσει η σκόνη από τα σκισμένα του καθίσματα. Δεν έχει όνομα η μοναξιά, δεν τη βαφτίσανε.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα. Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια βοιδίσο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά είναι βουβή κραυγή σε άδειο δωμάτιο. Ασήμαντος χαρακτήρας, θυληκός, σε χολυγουντιανή ταινία, που ανοίγει το στόμα της να ουρλιάξει σε μια μπανιέρα ως το χείλος γεμάτη με νερό.
Μονάχα φυσαλίδες.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά και μετριέται πιάτο-πιάτο μαζί με τα κομμάτια τους στον πάτο του φωταγωγού. Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά Κάτω από όλους τους καιρούς με ιδρωμένο κεφάλι.
Η μοναξιά ζει στις άδειες σύραγγες του μετρό, όταν όλα τα τρένα φύγουν. Τρυπώνει σε δωμάτια που μυρίζουν χλωρίνη κι έχει την τάση γενικής καθαριότητας. "Άστο αυτό εκεί, δε μου αρέσει να αγγίζουν τα πράγματά μου." Μέχρι που δεν υπάρχει κανείς για να τ' αγγίξει.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄ αλυσίδες τα τζάμια κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα στα σκλαβοπάζαρα της γής – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά- ξυπνήστε πρωί.
Η μοναξιά είναι ξυράφι σκουριασμένο, ξεχασμένο στο κιτρινισμένο μαξιλάρι σου και κλάμα βρέφους πεταμένο σε κάδο σκουπιδιών. Φοράει λευκά ρούχα και γυαλίζεται κάθε πρωί μαζί σου στον καθρέφτη του αστραφτερού σου μπάνιου. Πίνει ουίσκι και κονιακ, φωλιάζει στην αντανάκλαση του σφουγγαρισμένου σου πατώματος.
Ξυπνήστε να τη δείτε. Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους και τα τελευταία ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία. Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο που ξεπουλάν τη φάρα της χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά έχει μιαν απάντηση για κάθε σας ερώτηση. Δεν κάνει διαλείμματα η μοναξιά, είναι εργασιομανής υπαλληλίσκος σε μέτρια εταιρία που δεν παίρνει τα χάπια του, για να χαμογελάσει. Συχνάζει σε σύριγγες, σε γέφυρες ξύλινες, μοναχικές και κάτω από τα μουχλιασμένα υπόστεγα.
Η μοναξιά η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω είναι τσεκούρι στα χέρια μας που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει.
Έχει κάτι από αβυσαλλέα σιωπή το πρόσωπό της. Έρχεται και πλαγιάζει δίπλα μου ακάλεστη κάθε βράδυ και με παίρνει αγκαλιά. Δεν την ενοχλεί ο ιδρώτας στο μέτωπό μου ή οι εφιάλτες που με ξυπνάνε. Είναι μάνα η μοναξιά... γεννάει γαμημένους, σιωπηλούς αυτόχειρες.
Μην το ξεχάσεις ποτέ σου. Η μοναξιά είναι ένας αργός και ύπουλος δολοφόνος. Δεν κάνει διακρίσεις και δεν επιτρέπει συζητήσεις. Έχει απαντήσεις σε κάθε σου ερώτηση, ακόμα κι αν δεν ήθελες ποτέ να τη ρωτήσεις.
Η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω. Μην το ξεχάσεις ποτέ σου.
Για χάρη της παρούσας ανάρτησης θα περιοριστούμε στο να
ορίσουμε - αυθαίρετα, ανώριμα και αφαιρετικά – τη ζωή, τον κόσμο γύρω μας,
καθώς και την καθημερινότητα, ως τίποτα παραπάνω από μια αέναη δίνη εντροπίας.
Ένα παράγωγο του χάους, το οποίο αποκτά κάποια σχετική ομοιομορφία μέσα από
αφηρημένες σταθερές, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν defactoμεταβλητές, αμετάβλητες μόνο για όσο τις εκλαμβάνουμε ως τέτοιες κι
όσο οι εξωτερικοί παράγοντες τις επιτρέπουν να δρουν σαν τέτοιες.
Ξέρω, ότι πολλοί από τους ανθρώπους γύρω μου τείνουν να
συμμορφώνονται με το προαναφερθέν χάος. Δέχονται πως τα πάντα υπόκεινται στην
προκαθορισμένη αλλαγή και τελικά στον θάνατο, στο τέλος τους. Δυστυχώς ή
ευτυχώς, δεν τυχαίνει να είμαι ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Μου αρέσει η
σταθερότητα, η επανάληψη, το πρόγραμμα. Ακόμα κι αν γνωρίζω με βεβαιότητα, μέσα
από προηγούμενες εμπειρίες, πως στην ουσία του τίποτα δεν είναι σταθερό, συνεχίζω
πεισματικά να διαμορφώνω τη ζωή μου βασισμένος στην ψευδαίσθηση των αμετάβλητων
σημείων, στον χώρο και τον χρόνο.
Ίσως, ίσως λέω, η ευθύνη για την παραπάνω πεισματική
συμπεριφορά, να μην αποτελεί τόσο φταίξιμο δικό μου, όσο του δυτικού
πολιτισμού, ο οποίος έχει χτίσει ολόκληρη την αυτοκρατορία του σε θεμέλια σταθερού
χωροχρόνου. Ίσως.
Προσπαθώντας, λοιπόν, να βάλω μια τάξη στο βασίλειο της αταξίας,
έχω διαμορφώσει τη δική μου φούσκα, το δικό μου καβούκι υποθετικής και
υπερεκτιμημένης σταθερότητας. Προφανώς, τις περισσότερες φορές καταλήγει στην
αναμενόμενη απογοήτευση και προφανώς, το ιδανικό θα ήταν να σταματήσω να ζω με
αυταπάτες… αλλά αυτός είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτω, ο μόνος τρόπος που
κληροδότησα στον εαυτό μου για να επιβιώνει σε αυτό το αχανές και απροσδιόριστο
κονσερβοκούτι που με περιβάλει. Πέρα από απογοήτευση, αυτό το μονοπάτι κρύβει ταυτόχρονα πολλές, πολλές και συνεχείς αποτυχίες.
Οπότε, χαρίζοντας μια ταπεινή συμβουλή στους υπόλοιπους παθόντες,
σταθεροτητολάγνους, η νούμερο ένα αρετή, για ένα, αν όχι πετυχημένο,
τουλάχιστον βιώσιμο ταξίδι σε αυτό το μονοπάτι, είναι η συμφιλίωση με την
αποτυχία. Δεν είναι ευχάριστο για κανέναν να αποτυγχάνει, όλοι το σιχαίνονται,
αλλά τουλάχιστον, όταν κάτι δε μπορείς να το αποφύγεις, προσπάθησε
να το κάνεις φίλο σου. Στην τελική – να δεις κανένας Μπουκόφσκι θα το έχει πει,
αυτός είναι που πετάει κάτι τέτοια έξυπνα – «σημασία έχει πόσο καλά τα
καταφέρνεις να περάσεις μέσα από τη φωτιά». Θα προσθέσω, «και να βγεις από εκεί
μέσα ζωντανός».
Μετά τη συμφιλίωση με τη φλόγα, ακολουθεί το χτίσιμο του
οικοδομήματος, αυτού του υποθετικού καταφυγίου που προστατεύει τους σταθεροτητολάγνους
από το χάος. Εκεί χρειάζονται κολώνες, εκείνες οι υποθετικές αμετάβλητες,
μεταβλητές, που πρόκειται να βαφτίσουμε σταθερές, ακόμα κι αν σε καμία περίπτωση
δεν είναι. Αυτές, έχουν δύο μορφές στο δικό μου κεφάλι. Υπάρχουν οι εσωτερικές
κολώνες, αυτές που στηρίζουν συθέμελα το οικοδόμημα και είμαι σίγουρος πως αν,
έστω και μία από αυτές γκρεμιστεί, τότε ολόκληρο το οικοδόμημα κινδυνεύει να καταρρεύσει.
Αν γκρεμιστούν δύο, τότε η καταστροφή είναι σίγουρη. Στη συνέχεια υπάρχουν οι
εξωτερικές κολώνες, εκείνες που καθορίζουν τα όρια επέκτασης του οικοδομήματος.
Εκείνες, αν και δεν είναι απαραίτητες για την ομαλή διαβίωση, εξασφαλίζουν ένα προστατευτικό
σκέπαστρο, για μια σταθερή μετάβαση στον έξω κόσμο.
Ξέρω, πολύ μπερδεμένα τα πράγματα, bearwithbe, θα το αναλύσω.
Για να αιτιολογηθεί σιγά σιγά κι ο τίτλος της ανάρτησης, ας
πάρουμε το πρώτο κομμάτι. Γιατί περί συγγραφής; Στη δική μου φούσκα σταθερότητας,
οι εσωτερικές κολώνες αποτελούνται από τα πολύ βασικά, απαραίτητα για την
επιβίωση, συστατικά. Φαγητό, νερό, υγεία (τουλάχιστον σωματική, αν δε μπορεί
πάντα να συνοδεύεται κι από την ψυχική), σπίτι, ρούχα, καθώς και δύναμη και
υγεία για τους πολύ πολύ σημαντικούς και στενούς μου ανθρώπους. Όλα αυτά είναι
εσωτερικά θεμέλια, γιατί ξέρω πως ό,τι και να συμβεί στη ζωή μου, όσο δεν
ταρακουνά αυτά τα θεμέλια, μπορώ να ανταπεξέλθω, μπορώ να εκτιμήσω αυτά που ήδη
έχω και με βάση αυτά να συνεχίσω.
Από την άλλη, τα εξωτερικά θεμέλια έχουν να κάνουν
περισσότερο με τον αυτοπροσδιορισμό, με τους στόχους, με τα όνειρα. Ένα από τα
δικά μου εξωτερικά θεμέλια αποτελεί η συγγραφή. Η συγγραφή, αν και έχει
αποκτήσει τη φήμη της μοναχικής συνήθειας, είναι ο πιο σταθερός και
μακροχρόνιος τρόπος που διαθέτω για να αντιμετωπίζω τα πράγματα γύρω μου και
ταυτόχρονα να κοινωνικοποιούμαι. Ο λόγος, που με βοηθάει να αντιμετωπίζω καταστάσεις,
είναι γιατί αποτελεί επέκταση της σκέψης. Αν και έχει αποδειχτεί επανειλημμένα
δύσκολο, ως και ακατόρθωτο, να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά και να τους επιβληθώ,
έχει αποδειχτεί επανειλημμένα ευδιακρίτως ευκολότερο να βάλω σε μια σειρά τις προτάσεις
μου στο χαρτί (ή στο word, στην προκειμένη). Ο λόγος, που με βοηθάει να κοινωνικοποιηθώ, είναι γιατί
με προσδιορίζει και με χαρακτηρίζει. Μου δίνει ταυτότητα. Γνωρίζοντας τον εαυτό
μου, είναι πιο εύκολο να γνωρίσω τους άλλους.
Γιατί περί φόβου;
Περί φόβου, γιατί όπως ανέφερα επανειλημμένα, χτίζεις ένα
θεόρατο οικοδόμημα, βασίζοντάς το πάνω σε μεταβλητές κολώνες, πότε στερεές,
πότε υγρές και πότε αέριες, που τις βαφτίζεις αμετάβλητες για χάρη του
υπόλοιπου οικοδομήματος. Για να ασχοληθούμε με κάτι περισσότερο χειροπιαστό.
Γιατί περί συγγραφής και περί φόβου; Γιατί, αφού αποφασίσεις τι είναι αυτό που
σε κάνει να είσαι αυτό που είσαι, αυτό που σε ολοκληρώνει, τότε δημιουργείς
ταυτόχρονα και μια υποχρέωση απέναντι στον εαυτό σου. Να υποστηρίξεις αυτό που
είσαι. Επομένως, η συγγραφή αποτελεί ταυτόχρονα σωτηρία και πνιγμό.
Don’t
get me wrong here. Το να πετάω τις ταπεινές
μου σκέψεις στο χαρτί, να δημιουργώ ολόκληρους κόσμους, να διαμορφώνω χαρακτήρες
και να κινώ τα νήματα της πλοκής αποτελούν κάτι παραπάνω από χόμπι, απασχόληση
ή ελεύθερο χρόνο. Αποτελούν αυτό που με κάνει να είμαι αυτό που είμαι. Δε θα
μπορούσα σε καμία περίπτωση να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς αυτή την πτυχή του.
Δεν ξέρω καν τι υπάρχει πέρα από αυτό για εμένα. Ωστόσο, η συγγραφή βρίσκεται
εκεί, για όσο τη θρέφω. Αν σταματήσω να τη θρέφω, θα σταματήσει να υπάρχει.
Εδώ έρχεται ο φόβος. Στις ημέρες, που ανοίγεις ένα λευκό,
κενό από μαύρα γράμματα worddocumentκαι προσπαθείς να το γεμίσεις, μα δεν
καταφέρνεις να γράψεις ούτε μια σειρά. Στις ημέρες, που ενώ όλοι οι υπόλοιποι
άνθρωποι σκέφτονται ένα πράγμα κι αυτό απτό, εσύ σκέφτεσαι δύο και μάλιστα το
ένα πολύ μακριά από εδώ. Στις μέρες, που το βιβλίο, το οποίο γράφεις τα
τελευταία δύο χρόνια, δεν έχει τελειώσει ακόμα κι εσύ δεν ξέρεις ούτε καν αν
είναι έστω αξιοπρεπές ή απλά θα μείνει για πάντα στο συρτάρι.
Στις μέρες, που αντί να είσαι έξω από το οικοδόμημα ψάχνοντας
σαν τρελός να βρεις μια δουλειά για να σε θρέψει, κρίνεις πιο σημαντικό το να διανθίσεις
το πενιχρό, από viewers,blogσου – ένα blogπου κατά πάσα πιθανότητα διαβάζουν μετρημένα
πέντε άτομα – με την παρούσα ανάρτηση.
Πιστεύω, πως δεν έχει να κάνει μόνο με τη συγγραφή, αλλά
με κάθε εξωτερική κολώνα. Βρίσκεις, εσύ ο σταθεροτητολάγνος, τις κολώνες σου,
αναγνωρίζεις την ύπαρξή τους κι έπειτα προσπαθείς με νύχια και με δόντια να τις
κρατήσεις όρθιες. Μερικές φορές γκρεμίζονται, κάποιες από αυτές τις φορές είσαι
εσύ ο μοναδικός υπαίτιος, κάποιες άλλες όχι. Αποτραβιέσαι ξανά μέσα στο οικοδόμημα
τρομαγμένος, σταυρώνεις τα χέρια και προσεύχεσαι, να μην τύχει και φυσήξει
κανένας ακόμα άνεμος και σπάσει τις εσωτερικές κολώνες και γκρεμιστούν τα πάντα, όσα
έχεις χτίσει, πάνω στο κεφάλι σου και σε βυθίσουν στον πάτο. Και είναι ένας διαφορετικός
πάτος εκείνος. Είναι άλλο να είσαι απλά πεσμένος κάτω και τελείως διαφορετικό
να σε πλακώνουν από πάνω δέκα κιλά σκατά…
Ωστόσο, δεν είναι κακό να αφήνεις για λίγο τις εξωτερικές
σου κολώνες εκτεθειμένες. Να τις παρατάς να στέκονται απέναντι στον άνεμο
και να αποτραβιέσαι, να παίρνεις μια βαθιά ανάσα κι έπειτα να ορμάς με
μεγαλύτερη δύναμη για να χτίσεις ακόμα περισσότερες. Να βγαίνεις έξω από το
οικοδόμημα, έξω από την αυλή του, έξω από τα σύνορα του και να χτίζεις τελικά
κολώνες ακόμα και σε αχαρτογράφητες περιοχές. Είναι τρομαχτικό, το ξέρω, αλλά μπορεί
να συμβεί.
Διαβάζοντας ξανά, από την αρχή μέχρι το τέλος, αυτή μου
την ανάρτηση, έχω αποφασίσει τρία πράγματα. Πρώτον, ότι είναι αδικαιολογήτως
μεγάλη. Δεύτερον, ότι θέλω να ευχαριστήσω όποιον είχε την υπομονή να τη
διαβάσει ολόκληρη, γιατί στην τελική δεν ξέρω κατά πόσο αποτελεί ένα δικό μου,
εσωτερικό retrospectiveκαι κατά πόσο, όπως οι υπόλοιπες αναρτήσεις αυτού του blog, αποτελεί μια θεώρηση της πραγματικότητας που μπορεί να
βρει πρακτική εφαρμογή στις ζωές άλλων. Τρίτον, ότι αυτή είναι η πιο ειλικρινής
ανάρτηση που έχω γράψει ποτέ, αυστηρά αυτοβιογραφική και οργασμικά εκτονωτική.
Λογοτεχνικά φτωχή. Στοχοθετικά, αρκετά κοντά στο αποτέλεσμα που ήλπιζα. Δεν
διατίθεμαι να την αλλάξω, να τη διορθώσω ή να την μεταβάλω με τον οποιονδήποτε
τρόπο. Γράφω τέσσερεις ώρες, τώρα και είναι από τις λίγες φορές που είμαι
πλήρως ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. Αν για κάποιον σημαίνει κάτι, τότε
είμαι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένος γι’ αυτό.
Κι επειδή δε θέλω να κλείσω με μια σειρά από ενδοσκοπικούς
απολογισμούς και φανφάρες, προτιμώ να ολοκληρώσω με μια συμβουλή προς κάθε
επίδοξο συγγραφέα ή απλά σταθεροτητολάγνο που πασχίζει να ορθώσει τις κολώνες
του. Υπομονή, αυτοπειθαρχία, εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Τόσο ο αγώνας της συγγραφής,
όσο κι ο αγώνας για σταθερότητα αποτελούν εσωτερικούς αγώνες. Ίσως τους πιο δύσκολους,
μεγάλους και φοβερούς που πρόκειται να τρέξεις. Μα είναι οι μάχες που
καταφέρνεις να κερδίσεις μόνος, εκείνες που θα σε καταστήσουν περισσότερο περήφανο
για τον εαυτό σου, περισσότερο ευτυχισμένο.
Στον καθένα που προσπαθεί να χτίσει κάτι εκεί έξω,
Αν
ακούσεις κάποιες ιστορίες… είμαστε άπειροι. Αστρική σκόνη, διαγαλαξιακά
σωματίδια, απομεινάρια της κοσμογονικής έκρηξης και ένα συνονθύλευμα χημικών
ακολουθιών που πολύ βόλεψε για την πολύτιμη δημιουργία μας.
Κλικ.
Αν θέλεις
να ακούσεις τη δική μου εκδοχή, δεν αποτελούμε τίποτα παραπάνω από μια μάζα
πλανητικών παρασίτων. Ο τελευταίος κρίκος σε κάποια αλυσίδα εξέλιξης, ενός πολυσχιδούς
πολιτισμού, πάνω σε έναν μικρό πλανήτη, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από ένα σχετικά
ασήμαντο άστρο, σε έναν από τους χιλιάδες (?) γαλαξίες της συμπαντικής μας γειτονιάς.
Η πιο πολύτιμη προσφορά μας στο σύμπαν είναι να συμβάλουμε στον αέναο αγώνα της
ανακύκλωσης που χαρακτηρίζει οτιδήποτε είναι γνωστό στην ανθρωπότητα, από το
μικρότερο υποατομικό σωματίδιο, μέχρι το πιο τιτάνιο αστρικό σώμα. Με λίγα
λόγια, συμβάλουμε στη διαδικασία της εντροπίας.
Κλικ.
Κι
αν αυτό ακούγεται σημαντικό… δεν είναι και τόσο, αφού το τέλος του πλανήτη μας θα
έφτανε και χωρίς τη δική μας συμβολή, σε κάποια χρόνια που αναπαρίστανται με τη
βοήθεια ενός μεγάλου αριθμού, ο οποίος πρέπει να περιλαμβάνει γύρω στα εννιά
μηδενικά, τώρα που το σκέφτομαι.
Κλικ.
Ωστόσο,
όπως έχει επισημάνει ο μεγάλος StephenHawking, «μπορούμε
να καταλάβουμε το σύμπαν κι αυτό είναι κάτι που μας καθιστά ιδιαιτέρως ξεχωριστούς».
Κλικ.
Μα,
γιατί; Γιατί να είναι σημαντικό να υπάρχει κάποιος που να καταλαβαίνει; Είναι
άραγε το σύμπαν σαν κι εμάς; Τόσο ανασφαλές και τόσο μικροπρεπές που να έχει
την ανάγκη από κάποιον να το κατανοήσει; Ή είναι η παρατήρησή μας που είναι
σημαντική; Γιατί, για φαντάσου αυτό: Φαντάσου ένα σύμπαν, το οποίο θα γεννιόταν
και θα πέθαινε, χωρίς να υπάρχει κανένα ον, το οποίο να είναι σε θέση να παρατηρήσει,
να κατανοήσει ή έστω να υποθέσει ότι κάτι υπήρξε, υπάρχει και μια μέρα θα
τελειώσει. Τι σημασία θα είχε; Τι σημασία θα είχε να γεννηθεί ένα σύμπαν και να
τελειώσει, χωρίς ποτέ κανείς να επέλθει σε διάδραση μαζί του.
Κλικ.
Κοίτα,
δεν είμαι ούτε επιστήμονας, ούτε φιλόσοφος, ούτε Θεός. Δεν έχω ιδέα για ποιο λόγο
δημιουργήθηκε το σύμπαν, ποιοι είναι οι σκοποί του -αν είναι σε θέση να έχει κι
απ’ αυτούς, ούτε έχω καλά καλά κάποια εξήγηση για το τι ρόλο βαράει η
ανθρωπότητα εδώ πέρα. Το μόνο που είμαι σε θέση να κάνω είναι, βασισμένος στη
δήλωση ενός μεγάλου μυαλού, να πραγματοποιήσω τις δικές μου υποθέσεις. Κι αν
καταφέρνω, έστω και στο ελάχιστο, να προσεγγίσω αμυδρά αυτό που ήθελε να πει ο
ποιητής Hawking, καταλαβαίνω
ότι η κατανόησή μας γι’ αυτόν τον αχανή, πολυδιάστατο και θηριώδη οργανισμό που
μας περικλείει όλους στο στομάχι του, είναι ίσως και ο μόνος λόγος που αξίζει
να υπάρχουμε. Κατά μία έννοια, μπορεί να ακούγεται εγωιστικό και από την πλευρά
του σύμπαντος και από τη δική μας, αλλά αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που
κατάφερε να κατεβάσει το μυαλουδάκι μου.
Κλικ.
Γιατί,
φαντάσου και το άλλο. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν πολλά σύμπαντα, παράλληλα,
μπλεγμένα το ένα με το άλλο, ορθογώνια ή τρίγωνα, ό,τι θέλεις φαντάσου, κι αν
αυτά τα σύμπαντα είναι όντως τεράστιοι οργανισμοί, οι οποίοι γεννιούνται και
πεθαίνουν, τότε το δικό μας σύμπαν έχει σίγουρα να παρουσιάσει κάτι. Αναφέρομαι
στο ανθρώπινο είδος, ανάμεσα σε άλλα. Μπορεί τα υπόλοιπα σύμπαντα να έχουν να
παρουσιάσουν κάτι πολύ πιο σημαντικό κι άλλα μπορεί να μην έχουν να
παρουσιάσουν απολύτως τίποτα. Το θέμα είναι, πως, αν όντως υπάρχει μια σειρά
από σύμπαντα, τότε θέλω να πιστεύω ότι και αυτά παρουσιάζουν κάποιου είδους
διάδραση μεταξύ τους.
Κλικ.
Μια
πολύ δημοφιλής θεωρία θέλει τα πολλαπλά σύμπαντα να μοιάζουν με κουρτίνες, οι
οποίες βρίσκονται περασμένες σε υποθετικά παράλληλα κουρτινόξυλα. Αυτές οι
κουρτίνες τρεμοπαίζουν στο πείραγμα ενός, επίσης υποθετικού, ανέμου κι όταν εν
τέλει συγκρούονται, τότε στα σπλάχνα του καθενός από αυτά συμβαίνει ένα
καινούριο bigbang, μια κοσμογονική έκρηξη, η οποία
συμβάλει στην αναζωογονητική ανακύκλωση τους.
Κλικ.
Όλες
αυτές οι συνειδητοποιήσεις ή υποθέσεις φαντάζομαι πως μπορεί να προκαλέσουν μια
ποικιλία αντιδράσεων για τον καθέναν από εμάς. Άλλοι μπορεί να αισθανθούν
ασήμαντοι και τιποτένιοι απέναντι στη μεγαλοπρέπεια, τη μακρά χρονιότητα και
την απεραντοσύνη του οργανισμού που τους φιλοξενεί, ενώ άλλοι μπορεί να συμπεράνουν
πως είναι σημαντικό το να είσαι έστω ένα μικρό κομμάτι αυτής της ύπαρξης.
Κλικ.
Ο
υποφαινόμενος αισθάνεται ευγνώμον. Ευγνώμον που είχε την ευκαιρία να διαδράσει
μ’ αυτόν τον οργανισμό, που αποτελεί μια μικρή τελεία στις δισεκατομμύρια σελίδες
του βιβλίου αυτής της ιστορίας και πάνω απ’ όλα αισθάνεται γεμάτος νόημα, αφού είναι
σίγουρο πως είναι κι αυτός κάτι. Είναι πλέον αδύνατο να υποθέσει πως είναι
τίποτα, γιατί το σύμπαν και οι ουσίες που το απαρτίζουν επέλεξαν γι’ αυτόν να ΕΙΝΑΙ.
Πόσο καιρό έχει ν' αράξεις και να παρακολουθήσεις πιτσιρίκια να παίζουν σε μια παιδική χαρά;
Εγώ το 'κανα σήμερα. Ναι, ξέρω ακούγεται επιλήψιμο(λες)... δεν είναι (απαντάω με χαμόγελο). Από τη στιγμή που δεν έχω δικά μου παιδιά και εφόσον όλα τα πιτσιρίκια στο περιβάλλον μου έχουν πια μεγαλώσει, είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που βρίσκω την ευκαιρία να το κάνω. Ωστόσο, ακόμα κι όταν την έχω, προτιμώ να επιδοθώ σε μια εσωτερική γκρίνια και να πρήξω τον εαυτό μου, μαλώνοντας υποθετικά τους λιλιπούτειους ταραξίες για τον θόρυβο που προκαλούν και την αέναη, απρόβλεπτη κι αχαρτογράφητη πορεία των ποδοβολητών τους, που έχει ως αποτέλεσμα να μου προσφέρει μία γερή δόση πονοκεφάλου.
Κάπως έτσι, κι ενώ επιδιδόμουν στην πολυαγαπημένη μισανθρωπική ρουτίνα που προανέφερα, αφού χάζευα ένα σωρό πιτσιρίκια να παίζουν μπάσκετ, ποδόσφαιρο, κρυφτό και μυστικιστικά παιχνίδια απροσδιόριστου σκοπού και χαρακτήρα, έσκασε μια φωνή από το υπερπέραν- ο κολλητός, που καθόταν παραδίπλα- να με επαναφέρει στην πραγματικότητα.
"Τα πιτσιρίκια φίλε είναι λες και έχουν πάρει LSD!"
Στην αρχή, γύρισα και χαμογέλασα, παρακολουθώντας τον να χαϊδεύει την υποψία μουσακίου που διακοσμεί το πιγούνι του σκεπτικός, λες και μόλις είχε ξεστομίσει κάτι απίστευτα παράλογο και χιουμοριστικό. Σαν να είχε αφηγηθεί ξάφνου ένα σύντομο ανέκδοτο, το οποίο ήταν αστείο, επειδή ακριβώς ήταν παράλογο.
Ωστόσο, η σοβαρότητα με την οποία το είχε ξεστομίσει και το βλέμμα του, που συνέχιζε να ακολουθεί τα βήματά τους, λες και ανίχνευε τα δεδομένα για να δώσει λύση σε μία από τις δυσκολότερες μαθηματικές εξισώσεις, με ανάγκασαν να αυτοδιορίσω την αυτού μεγαλειότητά μου σε συνεργάτη του προς την επίλυση του ζητήματος.
Κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι όντως ρε φίλε, τα πιτσιρίκια είναι σαν να έχουν πάρει ναρκωτικά.
Ας γίνω ευχάριστος.
Τα πιτσιρίκια είναι σαν να έχουν πάρει LSD, γιατί τα πάντα είναι καινούρια για εκείνα. Κάθε κίνηση που κάνουν, κάθε εμπειρία, κάθε γνωριμία, κάθε ερέθισμα που κεντρίζει τις αισθήσεις τους αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, κάτι το μοναδικό. Υπάρχουν ακόμα γεύσεις που δεν έχουν δοκιμάσει, υπάρχουν παιχνίδια που δεν έχουν παίξει, χαρακτήρες ανθρώπων που δεν έχουν γνωρίσει. Ο κόσμος είναι η παιδική χαρά τους. Ξυπνάνε κάθε μέρα ξεκούραστα και κοιμούνται κάθε μέρα κουρασμένα, γιατί την κάθε μέρα την ζούνε στο τέρμα.
Πάρε ένα πιτσιρίκι κι αμόλησέ το μέσα σε μια αλάνα. Μόνο του. Θα βρει κάποιον τρόπο να αξιοποιήσει τον χρόνο του. Θα βρει μία πέτρα και θα την μετατρέψει σε σπαθί, θα πιάσει ένα κούτσουρο και θα το μεταμορφώσει σε καράβι, ένα ψηλό άχτιστο κτήριο θ' αποτελέσει το απόρθητο φρούριο, το οποίο πρέπει να κατακτήσει. Η φαντασία τους είναι παραγωγική, οι εμπειρίες τους είναι εκστατικές κι εκστασιακές.
Παρακολουθώντας τη διάδραση καταλαβαίνεις ότι τους είναι εύκολο να είναι κοινωνικά. Κάθε καινούρια γνωριμία είναι κέρδος, αφού θα προσφέρει καινούριες εμπειρίες. Θα κάνουν φίλους, θα κάνουν εχθρούς, αλλά σε κάθε περίπτωση όλα αυτά είναι μέρος του παιχνιδιού. Ο εχθρός τους δεν έχει μεγάλη διαφορά από τον κακό δράκο του κάστρου που προσπαθούν να κατακτήσουν.
Τα πιτσιρίκια είναι μονίμως σαν να έχουν καπνίσει ένα πολύ περίεργο τσιγάρο... γιατί ζουν πραγματικά. Κάθε μέρα παίρνουν μία βαθιά τζούρα από καινούριες εμπειρίες, από καινούριες προκλήσεις. Δε φοβούνται το αύριο, το περιμένουν, λες και κάθε μέρα πρόκειται να ανεβούν στο ψηλότερο κτήριο του κόσμου και ν' απολαύσουν την πιο μαγευτική θέα. Το προαναφερθέν είναι τόσο πιθανό στο κεφάλι τους, όσο είναι το να γευτούν το αγαπημένο τους φαγητό μια από τις επόμενες βδομάδες.
Ας γίνω δυσάρεστος.
Γιατί οι ενήλικοι κυνηγούν την LSD εμπειρία; Δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στη χρήση ουσιών, αλλά στην προσομοιωμένη, έστω, εμπειρία που σου προσφέρουν. Γιατί κάποιος να έχει ανάγκη από κάτι τόσο ψεύτικο τόσο έντονα;
Γιατί ξεχνάμε. Γιατί ο κόσμος παύει να είναι μια τεράστια παιδική χαρά, την ώρα που λησμονούμε πόσο σημαντικό είναι το παιχνίδι. Γιατί νιώθουμε πως έχουμε μπουκώσει από εμπειρίες, πως όλα τα έχουμε ζήσει και πως δεν υπάρχει τίποτα το σημαντικό να μάθουμε ακόμα. Γιατί φοβόμαστε μήπως μας παρεξηγήσουν και οι άνθρωποι, οι προσωπικότητες τους, από ξεχωριστές πιθανότητες για ξεχωριστές εμπειρίες, μετατρέπονται σε πιθανότητες απογοήτευσης.
Κι έτσι κλεινόμαστε. Βαφτίζουμε τα πάντα τετριμμένα και μουντά, σε μια πραγματικότητα που κάποτε ήταν υπέροχη, βαφτίζουμε τους άλλους εχθρούς, όχι δράκους σε κάστρο, αλλά φίδια που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμα να μας δαγκώσουν, την ώρα που στρέφουμε το βλέμμα κι αντί να προσπαθούμε να κατακτήσουμε ένα κάστρο, φτιάχνουμε τον προσωπικό μας τάφο και τον βαφτίζουμε σπίτι. Προσπαθούμε τα τελειοποιήσουμε, όλοι μαζικά, τον προσωπικό μας χώρο, χτίζουμε -υποθετικά και υλικά- τείχη και σιγά σιγά πνιγόμαστε. Αργά και βασανιστικά πνιγόμαστε βουτηγμένοι σ' ένα δηλητήριο και νομίζουμε ότι το δηλητήριο προέρχεται από τους άλλους. Ο κάθε ένας από μας προσπαθεί να προστατευτεί από το δηλητήριο του διπλανού του και μένει μόνος, σκεπασμένος μέχρι το κεφάλι με το δικό του τοξικό εκτόπλασμα, προσπαθώντας ν' ανακαλύψει, αφού έχει αποκλείσει όλες τις απειλές, τι 'ν' αυτό που τον σκοτώνει.
Κι ο κόσμος από παιδική χαρά αλλάζει σε κόλαση. Και η κόλαση μπορεί να προσφέρει πια μόνο ένα είδος εμπειριών...
Ας κλείσω αινιγματικά;
Αν τα παιδιά έχουν ήδη στο τσεπάκι τους την LSD εμπειρία, δωρεάν, κάθε μέρα και χωρίς αρνητικές επιπτώσεις κι αν όλοι μας -που παρεμπιπτόντως κάποτε ήμασταν παιδιά- κυνηγάμε αυτήν την προσομοιωμένη LSD εμπειρία, για να μας βγάλει από το δηλητήριο μας, να μας προσφέρει οξυγόνο, τότε μήπως κάτι πηγαίνει λάθος, μαζικά, στη διαδικασία της ενηλικίωσης;
Η μόνη απάντηση που έχω, είναι ότι εμείς επιλέγουμε να βαφτίσουμε τον κόσμο κόλαση και τους άλλους φίδια. Δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχουν καινούριες εμπειρίες να ζήσουμε και δεν νομίζω πως όλα είναι τόσο τετριμμένα όσο θέλουμε να τα βλέπουμε.
Απλά φοβόμαστε.
Χμμμμμ... Αυτοί οι προβληματισμοί μου για σήμερα.
See y' around folks.
Υ.Γ: Πόσο καιρό έχει να κάνεις κούνια σε μια παιδική χαρά;
Αφιερωμένο στον κυρ' ΤΚ
I, I will be king
And you, you will be queen
Though nothing, will drive them away
We can beat them, just for one day
We can be heroes, just for one day
And you, you can be mean
And I, I'll drink all the time
'Cause we're lovers, and that is a fact
Yes we're lovers, and that is that
Though nothing, will keep us together
We could steal time, just for one day
We can be heroes, forever and ever
What'd you say?
I, I wish you could swim
Like the dolphins, like dolphins can swim
Though nothing, nothing will keep us together
We can beat them, forever and ever
Oh, we can be heroes, just for one day
I, I will be king
And you, you will be queen
Though nothing, will drive them away
We can be heroes, just for one day
We can be us, just for one day
I, I can remember (I remember)
Standing, by the wall (by the wall)
And the guns, shot above our heads (over our heads)
And we kissed, as though nothing could fall (nothing could fall)
Οι σταγόνες έσταζαν στο ποτήρι, όπως τα
δάκρυά του έπεφταν στο πάτωμα. Δεν έκλαιγε συχνά. Για την ακρίβεια δεν έκλαιγε
ποτέ, αυτή ήταν η πρώτη φορά και, ορκιζόταν στον εαυτό του, η τελευταία.
Το σπίτι του ήταν ζεστό, ένα μικρό
στούντιο είκοσι τετραγωνικών. Ένα μικρό, αλλά φωτεινό στούντιο, στον πέμπτο
όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε εννιά ολόκληρους ορόφους. Θα έλεγε
κανείς ότι κατοικούσε σχεδόν στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, όπως μέτρια
ήταν και ολόκληρη η ζωή του... πριν κλάψει.
Ο χώρος ήταν συμμαζεμένος και καθαρός,
πέρα από το ποτήρι στον νεροχύτη, που πριν από λίγα λεπτά περιλάμβανε Gin,
χωρίς τόνικ, σκέτο. Έτσι, σκέτη ήταν και η ζωή του. Χωρίς πολλές πολλές
σκοτούρες, με μία μέτρια δουλειά, ένα μέτριο σπίτι, λίγους μέτριους φίλους, παρέα προτιμούσε,
γιατί η φιλία απαιτεί θυσίες, εκτίμηση και σεβασμό, κάτι που ο ίδιος δεν ήταν
διατεθειμένος να διαθέσει. Όλα αυτά, φυσικά... πριν κλάψει.
Το ποτήρι είχε πια αδειάσει από Gin και το
περιεχόμενό του είχε αντικατασταθεί με μία χαμηλή, δυσδιάκριτη στάθμη νερού, η
οποία είχε δημιουργηθεί από τις εφτά σταγόνες, που είχαν ξεφύγει μέχρι στιγμής
από τη βρύση. Το μισό ποτό από το μπουκάλι είχε πια εγκατασταθεί στο στομάχι του.
Δεν τον ανακάτευε, δεν του έφερνε θλίψη, απλά ήταν εκεί και φώλιαζε με σκοπό να
τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Τώρα, μάλλον, λίγο από αυτό κυλούσε στα μάγουλά,
ανάμικτο με τ' αλμυρά του δάκρυα. Ή και όχι. Ποιος ξέρει, αν ο οργανισμός του
είχε προλάβει να το μεταβολίσει;
Το υπόλοιπο σπίτι ήταν στεγνό, αντίθετα με
το ποτήρι και τα μάγουλα του πρωταγωνιστή μας. Εκτός από στεγνό ήταν και
περιποιημένο. Ο πρωταγωνιστής είχε φροντίσει, παρά τον λιγοστό κενό χώρο που
ήταν διαθέσιμος, να το διακοσμήσει κατάλληλα, δημιουργώντας ένα αξιοπρεπέστατο
και συμμετρικό αποτέλεσμα, που προσέφερε ηρεμία στην ξεκούραστη ψυχή του. Ένα
έπιπλο, που κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, βρισκόταν στον τοίχο,
απέναντι ακριβώς από την είσοδο και περιλάμβανε τα πάντα. Μία σειρά από ξύλινα
ντουλάπια και συρτάρια, γεμάτα μαχαιροπίρουνα, πιάτα και ποτήρια. Ανάμεσα στα
ντουλάπια, δέσποζε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, με δύο μάτια, ένα μεγαλύτερο κι ένα
μικρότερο, τόσα άλλωστε χρειαζόταν, ένα για να ψήνει τον καφέ του κι ένα για να
μαγειρεύει. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, ίσα για να καλύπτει τις
ανάγκες του και δίπλα από αυτά ένας νεροχύτης και το ποτήρι και οι εφτά-τώρα οκτώ- σταγόνες.
Ένα γραφείο, γεμάτο χαρτούρα, μολύβια,
στυλό κι ένα λάπτοπ, ανάμεσα στο έπιπλο της κουζίνας και την είσοδο κι απέναντί
του μία βιβλιοθήκη. Κάθε ένα βιβλίο είχε τοποθετηθεί εκεί με σεβασμό και
ευγένεια. Το διάβασμα ήταν ιερό για τον πρωταγωνιστή μας και η βιβλιοθήκη
αντικατόπτριζε για εκείνον την ηρεμία της καρδιάς του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε
καλοχτενισμένο κεφάλι, στο οποίο κάθε τρίχα είναι στη θέση της, καμία δεν
ξεφεύγει. Όλα ήταν συμμετρικά και όμορφα εκεί. Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο
και την είσοδο βρισκόταν το κρεβάτι, στρωμένο με μυρωδάτα σεντόνια κι ένα
γαλάζιο πάπλωμα, το οποίο έπεφτε ισότιμα στις δύο μεριές του ημίδιπλου
κρεβατιού και πάνω του καθόταν εκείνος και έκλαιγε.
Drip. Drip. Drip.
Οι σταγόνες είχαν φτάσει μέχρι τη μέση του
ποτηριού, όπως εκείνες της βροχής, που έπεφταν μανιασμένα έξω από το παράθυρο
του δωματίου, χωρίς κουρτίνες, και κόντευαν να πλημμυρίσουν τους δρόμους.
Το σπίτι του ήταν ζεστό, ένα μικρό
στούντιο είκοσι τετραγωνικών. Ένα μικρό και χαμηλά φωτισμένο στούντιο, στον
πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε εννιά ολόκληρους ορόφους.
Κατοικούσε στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, αντίθετα με τη ζωή του, που
πια δεν ήταν μέτρια, αλλά είχε αποκτήσει νόημα, ήταν έντονη. Κι εκείνος έκλαιγε.
Το άρωμα του Gin είχε χαθεί από το
ποτήρι και το περιεχόμενό του είχε αντικατασταθεί με μία ευδιάκριτη στάθμη
νερού που έφτανε μέχρι τη μέση και είχε δημιουργηθεί από τις δεκάδες σταγόνες,
που είχαν ξεφύγει μέχρι στιγμής από τη βρύση. Ολόκληρο το περιεχόμενο του μπουκαλιού είχε αδειάσει κι είχε εγκατασταθεί στο στομάχι του. Το ποτό του προκαλούσε
ανακάτεμα, όμως δεν του έφερνε θλίψη, απλά ήταν εκεί και φώλιαζε διαρκώς με
σκοπό να τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Τώρα, λίγο από αυτό κυλούσε στα μάγουλα,
ανάμικτο με τ' αλμυρά του δάκρυα. Σίγουρα κυλούσε μαζί τους. Ο οργανισμός του
το είχε μεταβολίσει και το έδιωχνε από μέσα του, μαζί με την θλίψη.
Μερικές σταγόνες βροχής γλιστρούσαν από το
ανοιχτό παράθυρο και μούσκευαν το στεγνό κατά τ' άλλα δωμάτιο. Οι σταγόνες δεν
ήταν το μόνο πράγμα που πρόδιδε ότι το δωμάτιο δεν ήταν περιποιημένο. Ο
λιγοστός κενός χώρος που ήταν διαθέσιμος, είχε διακοσμηθεί κατάλληλα, όμως
διάφορες ασυμμετρίες εδώ κι εκεί δημιουργούσαν μία ανεπιθύμητη εντροπία, που
προκαλούσε αναστάτωση και άγχος, στην γεμάτη νόημα ψυχή του πρωταγωνιστή. Ένα
έπιπλο, που κάποτε κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, βρισκόταν στον τοίχο,
απέναντι ακριβώς από την είσοδο και περιλάμβανε σχεδόν τα πάντα. Μία σειρά από
ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, γεμάτα πιτσιλιές από ξεραμένη σάλτσα και λάδι.
Ανάμεσα στα ντουλάπια, υπήρχε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, τα μάτια του ήταν γεμάτα
ξεραμένο καφέ που είχε χυθεί και κανείς δεν είχε φροντίσει να καθαρίσει και μαύρα,
καμένα απομεινάρια κάποιας απροσδιόριστης συνταγής, που πλέον έπρεπε να ξύσει
με σύρμα για να καθαρίσουν. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, γεμάτο
αλκοόλ, ούτε λαχανικά, ούτε φρούτα, ούτε φρέσκο γάλα και δίπλα απ' αυτά ένας
νεροχύτης, γεμάτος ποτήρια και το δικό μας ποτήρι, αυτό με τις δεκάδες-και μία-
σταγόνες.
Ένα γραφείο, γεμάτο άδεια μπουκάλια και
χαρτούρα, μολύβια, στυλό κι ένα λαπτοπ, όλα πεταμένα βιαστικά πάνω στην
επιφάνειά του. Τα χαρτιά γεμάτα μουντζούρες και τσαλακωμένα, τα μολύβια με μύτες
σπασμένες και τα στυλό δίχως μελάνι. Απέναντί του μία βιβλιοθήκη. Κάθε ένα
βιβλίο είχε τοποθετηθεί εκεί με σεβασμό και ευγένεια. Ο πρωταγωνιστής μας
σπάνια διάβαζε και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε για εκείνον το μπέρδεμα της
καρδιάς του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε βιαστικά χτενισμένο κεφάλι, που ο ιδιοκτήτης
του είχε περάσει μία βόλτα με την χτένα ανάμεσα στις τρίχες του, πριν
ξεκινήσει, για ένα κρίσιμο ραντεβού. Υπήρχε μία υπόνοια συμμετρίας εκεί, όμως
μερικά βιβλία έλλειπαν από την θέση τους και δεν θα επέστρεφαν για καιρό ακόμα.
Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν το ξεστρωμένο κρεβάτι,
τα σεντόνια μύριζαν ελαφρά ιδρώτα και σάλιο. Μία μαύρη ξεφτισμένη κουβέρτα, η
οποία είχε πέσει μισή στο πάτωμα και πάνω της καθόταν εκείνος κι έκλαιγε με
λυγμούς.
Κι ήθελε να τσιρίξει. Μα δεν τσίριξε.
Drip. Drip. Drip.
Άλλη μία σταγόνα έπεσε στο ποτήρι κι
εκείνο ξεχείλισε, όμως τα δάκρυα του είχαν στερέψει και τα μάτια του έκαιγαν,
κάθε φορά που επιχειρούσε να ξεσπάσει.
Το σπίτι του ήταν παγωμένο, ένα μίζερο
στούντιο είκοσι περίπου τετραγωνικών. Ένα μίζερο και σκοτεινό στούντιο, στον
πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε αρκετούς ορόφους. Η ύπαρξή του
κρυβόταν περίπου στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, αντίθετα με τη ζωή του,
που πια δεν ήταν μέτρια, δεν είχε νόημα, ήταν στον πάτο. Κι εκείνος είχε
στερέψει από δάκρυα.
Το ποτήρι μπορεί να περιλάμβανε κάποτε
Gin, μπορεί και όχι, πάντως σίγουρα τώρα μύριζε μούχλα, γιατί η στάθμη του
νερού ανέβαινε, για τόσο πολύ καιρό στο εσωτερικό του κι είχε δημιουργηθεί από
τις εκατοντάδες σταγόνες, που είχαν πέσει μέχρι στιγμής από τη χαλασμένη βρύση,
που πια ποτέ δεν άνοιγε. Είχαν αδειάσει τόσα πολλά μπουκάλια στο στομάχι του πλέον, που αν δεν έπινε, δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Το ποτό ήταν το μόνο που
κατάφερνε να τον ηρεμήσει, όμως του έφερνε θλίψη, ήταν εκεί και διαχεόταν στις
φλέβες του, αντικαθιστώντας σιγά σιγά το αίμα του με αλκοόλ. Τώρα, λίγο απ'
αυτό κυλούσε στο παντελόνι του, ανάμικτο με τα ούρα, που ο άρρωστος οργανισμός
του δεν μπορούσε να συγκρατήσει και τα έδιωχνε από μέσα του, μαζί με λίγο αίμα
που πρόδιδε ότι το αλκοόλ είχε αρχίσει να καταστρέφει το συκώτι του.
Το υπόλοιπο σπίτι μύριζε μούχλα, ακριβώς
όπως το ποτήρι και τα εσώρουχα του πρωταγωνιστή μας. Η βρύση είχε χαλάσει
πρόσφατα και η σπασμένη σωλήνα είχε γεμίσει τον τόπο με νερό. Ο πρωταγωνιστής
δεν είχε φροντίσει να το σφουγγαρίσει κι έτσι τα πάντα γύρω είχαν βραχεί κι
είχαν μουχλιάσει και το σπίτι του θύμιζε, γι' ακόμα μία φορά, πόσο βρώμικη και
άδεια ήταν η ψυχή του. Ένα έπιπλο, που κάποτε κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές
ανάγκες, μα τώρα θύμιζε ερείπιο, βρισκόταν στον τοίχο, απέναντι ακριβώς από την
σπασμένη πόρτα της εισόδου, μα δεν περιλάμβανε σχεδόν τίποτα. Μία σειρά από
ξεφτισμένα ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, μερικά απ' αυτά ξεχαρβαλωμένα και
πεταμένα στο πάτωμα. Ανάμεσα στα ντουλάπια, υπήρχε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, τα
μάτια του ήταν καμένα και δεν δούλευαν πια και το φουρνάκι βρισκόταν γυρισμένο
στο πλάι, με το πορτάκι του φούρνου γεμάτο ξεραμένες σάλτσες, λάδι και σκουριά.
Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, άδειο, τελείως άδειο και δίπλα απ'
αυτό ένας νεροχύτης, γεμάτος εμετό και μία σπασμένη βρύση και το δικό μας
ποτήρι, αυτό με τις εκατοντάδες-και μία- σταγόνες, που πια είχε ξεχειλίσει.
Ένα γραφείο, που "κούτσαινε" από
τη μία μεριά και έγερνε προς το πλάι έτοιμο να πέσει, φιλοξενούσε πάνω του έναν
δίσκο και στην επιφάνεια του δίσκου ένα βουναλάκι άσπρης σκόνης. Μία σειρά από
σπασμένα μπουκάλια, σκισμένα χαρτιά, καψαλισμένα μολύβια και χαλασμένα στυλό
βρίσκονταν πεταμένα και μουσκεμένα στο πλάι του τραπεζιού. Απέναντί του μία
βιβλιοθήκη. Τα περισσότερα ράφια χωρίς βιβλία. Ο πρωταγωνιστής μας δεν διάβαζε
ποτέ και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε την άδεια καρδιά του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε
κρανίο που με μανία του έχουν ξηλώσει τούφες τούφες, προκαλώντας μία ιδιόμορφη
εναλλαγή ανάμεσα σε τρίχες και πανάδες δέρματος. Δεν υπήρχε η παραμικρή υπόνοια
συμμετρίας εκεί, τα περισσότερα βιβλία έλειπαν από την θέση τους κι όσα έμεναν
είχαν πέσει στο πλάι, με σελίδες σκισμένες, εξώφυλλα λερωμένα και φθαρμένα.
Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν ένα στρώμα, χωρίς
σεντόνια, χωρίς σκεπάσματα, μόνο το λευκό στρώμα, που ήταν γεμάτο με κίτρινους
και καφέ λεκέδες κι εκείνος καθόταν πάνω του και κοίταζε το ταβάνι, με μάτια
κενά, με μάτια ξένα.
Κι ήθελε να ουρλιάξει. Μακάρι να ούρλιαζε.
Drip. Drip. Drip.
Η τελευταία σταγόνα έσταξε πάνω στα
θραύσματα του σπασμένου ποτηριού, όπως το αίμα έτρεχε από τις κομμένες φλέβες
του και λέρωνε το πάτωμα. Ένα θραύσμα έλειπε.
Κι εκείνος δεν έκλαψε, δεν τσίριξε, ούτε
ούρλιαξε ακόμα.
-Αυτό, που, ενώ δεν τρέχει κάτι, όλα ξαφνικά μαυρίζουν κι εγώ θέλω να τα νιώσω.
-Δεν σε καταλαβαίνω.
-Ρε παιδί μου. Αυτό, που ξαφνικά τελειώνει η ημέρα σου και μένεις μόνος και σε τυλίγουν οι σκέψεις και ξαφνικά είναι όλες κακές κι ενώ ξέρεις ότι θα σε πληγώσεις τις αφήνεις να σε καταπιούν...
Παύση
-Τι;
-Με κοιτάς περίεργα.
-Μιλάς περίεργα. Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι και το σώμα σου τρέμει. Θέλεις να σε σκεπάσω;
-Όχι...
-Τι έπαθες;
-Δεν καταλαβαίνεις. Ας το.
-Μα τρέμεις ολόκληρη ρε κούκλα μου.
-Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνεις. Δεν τρέμω από το κρύο, ούτε με ενοχλεί που ξαπλώνουμε στην οροφή του αυτοκινήτου σου, ούτε τ' αστέρια μ' ενοχλούν, ούτε ο αέρας, ούτε το κρασί είναι που με πείραξε. Μ' ενοχλεί που δεν το 'χεις νιώσει.
-Όχι. Δεν έχω ξεκινήσει να τρέμω στα καλά του καθουμένου.
Παύση
-Δεν είναι αυτό.
-Έχω νιώσει άλλα πράγματα όμως.
-Τι πράγματα;
-Έχω νιώσει μόνος μου. Έχω νιώσει ότι δεν προσπαθώ αρκετά κι ότι ο κόσμος κινείται πιο γρήγορα από όσο θα 'θελα, για να αισθάνομαι ασφαλής και μερικές φορές, όταν κάθομαι χωρίς κανέναν στο δωμάτιό μου, μπαίνω κάτω από την κουβέρτα.
-Και; Τι κάνεις εκεί; Κάτι που δεν θα έπρεπε να αφηγηθείς στην κοπέλα σου μήπως;
-Όοοχι. Μιλάω με τον εαυτούλη μου. Ξέρεις, προσπαθώ να σκεφτώ ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον μικρόκοσμο του κρεβατιού μου, ότι δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν, ότι κανείς δεν απαιτεί τίποτα από εμένα. Τουλάχιστον, όχι εκείνη την στιγμή...
Παύση
-Είναι κουραστικό έτσι;
-Ποιο κορίτσι μου;
-Να πρέπει να είσαι πάντα κάτι. Να είσαι πάντα κάποιος. Να σκέφτεσαι τόσο πολύ.
-Εξοντωτικό είναι.
-Τότε, γιατί το κάνεις; Γιατί το κάνουμε;
-Γιατί δεν είναι πάντα νύχτα. Αυτές οι ώρες, που δεν είσαι κανένας και δεν είσαι πουθενά, είναι λίγες.
-Τις αγαπάω αυτές τις ώρες.
-Μα, πριν είπες πως τις φοβάσαι.
Παύση
-Μερικές φορές νομίζω ότι θέλω να φοβάμαι. Θέλω να στεναχωριέμαι, να τ' αφήνω όλα να πέφτουν κάτω και να ενδίδω σε όλες τις σκοτεινές μου σκέψεις.
-Μα γιατί;
-Δεν ξέρω. Γιατί ένας αλκοολικός σε απεξάρτηση κρύβει ένα μπουκάλι ουίσκι στο ντουλάπι; Γιατί ένας πυρομανής κρατάει έναν σχεδόν τελειωμένο αναπτήρα κάτω από το κρεβάτι του; Γιατί ο χωρισμένος δεν σκίζει τις φωτογραφίες της πρώην του.
-....
-Ο κίνδυνος μας κρατάει ζωντανούς μωρό μου. Ο κίνδυνος μας τραβάει, όπως η φωτιά τραβάει τις πεταλούδες. Την κοιτάζουν πάντα από μακριά, την λατρεύουν, μα, όταν πλησιάσουν κοντά, καίγονται.
Παύση
-Σε φοβάμαι σήμερα.
-Τι φοβάσαι;
-Νιώθω ότι είμαι η πεταλούδα κι ότι είσαι η φωτιά.
-Χαχα.
-Μη γελάς. Με μπερδεύεις απόψε.
-Δεν σε μπερδεύω εγώ. Εσύ σε μπερδεύεις. Σου λέω πράγματα που δεν έχουν ξαναβγεί από το στόμα μου κι εσύ με φοβάσαι. Φοβάσαι μία πλευρά μου που απλά αποφάσισα να μην σου δείξω μέχρι τώρα.
-Γιατί τα σκέφτεσαι όλα αυτά;
-Γιατί νιώθω μόνη μου κι όταν νιώθω μόνη μου σκέφτομαι περίεργα πράγματα.
Παύση
-Μα δεν είσαι μόνη σου. Είμαι κι εγώ εδώ. Να κοίτα.
-Μπορείς να μ' αγκαλιάσεις όσο σφιχτά θέλεις, μα εγώ πάλι θα αισθάνομαι μόνη. Είχα διαβάσει κάποτε, ότι είναι πιθανό να βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο με πενήντα άτομα και να αισθάνεσαι μόνος.
-Μα εγώ δεν είμαι πενήντα τυχαία άτομα.
-Μην το παίρνεις προσωπικά. Ήμουν μόνη μου, πολύ πριν έρθεις στη ζωή μου και θα είμαι μόνη μου αφού φύγεις απ' αυτήν.
-Δεν θέλω να αισθάνεσαι έτσι.
-Δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι' αυτό. Δεν είσαι ούτε φλόγα, ούτε μπουκάλι ουίσκι, ούτε ναρκωτικά.
-Τι είμαι τότε;
Παύση
-Ξέρεις γιατί αισθανόμαστε μόνοι;
-Γιατί δεν υπάρχει κανένας να μας καταλάβει;
-Γιατί ο κόσμος είναι άδειος. Γιατί όσο και να μιλήσεις, όσο κι να ουρλιάξεις, όσο κι αν σκεφτείς, στο τέλος της ημέρας δεν υπάρχει φωτιά τόσο δυνατή, για να σε κάψει. Γιατί κάναμε την πραγματικότητα ένα σύμπαν βολικό και άνοστο. Γιατί καταντήσαμε γραφικοί της κωμωδίας σε έναν κόσμο γεμάτο τραγωδίες. Γιατί στο τέλος της συζήτησης θα σου ανοίξω τα πόδια μου κι εσύ θα νομίζεις ότι ζούμε κάτι έντονο και μαγικό, κάτι μοναδικό.
-Ενώ;
-Ενώ ο κόσμος μωρό μου είναι πολύ ασφαλής, για να νιώσω το οτιδήποτε πια. Όχι, δεν φοβάμαι. Δυστυχώς, δεν υπάρχει τίποτα να με τρομάζει. Όσο κι αν προσπαθώ, όσο κι αν θέλω να πείσω τον εαυτό μου...
Παύση
-Τι; Κλαις;
-Όχι.
-Αφού κλαις. Τα μάγουλά σου είναι υγρά και νιώθω το στήθος σου να πάλλεται πιο έντονα πάνω στο δικό μου.
-Κοίτα. Μια πεταλούδα. Άκου πως καίγονται τα φτερά της στην φωτιά.
-Μα δεν υπάρχει φωτιά.
-Όχι εδώ. Εδώ δεν υπάρχει φωτιά. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ.
Ακούς;
All around me are familiar faces Worn out places, worn out faces Bright and early for their daily races Going nowhere, going nowhere Their tears are filling up their glasses No expression, no expression Hide my head, I want to drown my sorrow No tomorrow, no tomorrow
And I find it kinda funny, I find it kinda sad
The dreams in which I'm dying are the best I've ever had
I find it hard to tell you, I find it hard to take
When people run in circles it's a very very
Mad world, mad world
Children waiting for the day, they feel good
Happy birthday, happy birthday
Made to feel the way that every child should
Sit and listen, sit and listen
Went to school and I was very nervous
No one knew me, no one knew me
Hello teacher, tell me what's my lesson
Look right through me, look right through me
And I find it kinda funny, I find it kinda sad
The dreams in which I'm dying are the best I've ever had
I find it hard to tell you, I find it hard to take
“We are just an advanced breed of monkeys on a minor planet of a very average star. But we can understand the Universe. That makes us something very special.” Stephen Hawking