Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 | By: Forgotten Bard

Αγαπητό Ημερολόγιο: Να μην ξεχάσω να ξεσπάσω.


Drip. Drip. Drip

Οι σταγόνες έσταζαν στο ποτήρι, όπως τα δάκρυά του έπεφταν στο πάτωμα. Δεν έκλαιγε συχνά. Για την ακρίβεια δεν έκλαιγε ποτέ, αυτή ήταν η πρώτη φορά και, ορκιζόταν στον εαυτό του, η τελευταία.

Το σπίτι του ήταν ζεστό, ένα μικρό στούντιο είκοσι τετραγωνικών. Ένα μικρό, αλλά φωτεινό στούντιο, στον πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε εννιά ολόκληρους ορόφους. Θα έλεγε κανείς ότι κατοικούσε σχεδόν στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, όπως μέτρια ήταν και ολόκληρη η ζωή του... πριν κλάψει.

Ο χώρος ήταν συμμαζεμένος και καθαρός, πέρα από το ποτήρι στον νεροχύτη, που πριν από λίγα λεπτά περιλάμβανε Gin, χωρίς τόνικ, σκέτο. Έτσι, σκέτη ήταν και η ζωή του. Χωρίς πολλές πολλές σκοτούρες, με μία μέτρια δουλειά, ένα μέτριο σπίτι, λίγους μέτριους φίλους, παρέα προτιμούσε, γιατί η φιλία απαιτεί θυσίες, εκτίμηση και σεβασμό, κάτι που ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να διαθέσει. Όλα αυτά, φυσικά... πριν κλάψει.

Το ποτήρι είχε πια αδειάσει από Gin και το περιεχόμενό του είχε αντικατασταθεί με μία χαμηλή, δυσδιάκριτη στάθμη νερού, η οποία είχε δημιουργηθεί από τις εφτά σταγόνες, που είχαν ξεφύγει μέχρι στιγμής από τη βρύση. Το μισό ποτό από το μπουκάλι είχε πια εγκατασταθεί στο στομάχι του. Δεν τον ανακάτευε, δεν του έφερνε θλίψη, απλά ήταν εκεί και φώλιαζε με σκοπό να τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Τώρα, μάλλον, λίγο από αυτό κυλούσε στα μάγουλά, ανάμικτο με τ' αλμυρά του δάκρυα. Ή και όχι. Ποιος ξέρει, αν ο οργανισμός του είχε προλάβει να το μεταβολίσει;

Το υπόλοιπο σπίτι ήταν στεγνό, αντίθετα με το ποτήρι και τα μάγουλα του πρωταγωνιστή μας. Εκτός από στεγνό ήταν και περιποιημένο. Ο πρωταγωνιστής είχε φροντίσει, παρά τον λιγοστό κενό χώρο που ήταν διαθέσιμος, να το διακοσμήσει κατάλληλα, δημιουργώντας ένα αξιοπρεπέστατο και συμμετρικό αποτέλεσμα, που προσέφερε ηρεμία στην ξεκούραστη ψυχή του. Ένα έπιπλο, που κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, βρισκόταν στον τοίχο, απέναντι ακριβώς από την είσοδο και περιλάμβανε τα πάντα. Μία σειρά από ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, γεμάτα μαχαιροπίρουνα, πιάτα και ποτήρια. Ανάμεσα στα ντουλάπια, δέσποζε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, με δύο μάτια, ένα μεγαλύτερο κι ένα μικρότερο, τόσα άλλωστε χρειαζόταν, ένα για να ψήνει τον καφέ του κι ένα για να μαγειρεύει. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, ίσα για να καλύπτει τις ανάγκες του και δίπλα από αυτά ένας νεροχύτης και το ποτήρι και οι εφτά-τώρα οκτώ- σταγόνες.

Ένα γραφείο, γεμάτο χαρτούρα, μολύβια, στυλό κι ένα λάπτοπ, ανάμεσα στο έπιπλο της κουζίνας και την είσοδο κι απέναντί του μία βιβλιοθήκη. Κάθε ένα βιβλίο είχε τοποθετηθεί εκεί με σεβασμό και ευγένεια. Το διάβασμα ήταν ιερό για τον πρωταγωνιστή μας και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε για εκείνον την ηρεμία της καρδιάς του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε καλοχτενισμένο κεφάλι, στο οποίο κάθε τρίχα είναι στη θέση της, καμία δεν ξεφεύγει. Όλα ήταν συμμετρικά και όμορφα εκεί. Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν το κρεβάτι, στρωμένο με μυρωδάτα σεντόνια κι ένα γαλάζιο πάπλωμα, το οποίο έπεφτε ισότιμα στις δύο μεριές του ημίδιπλου κρεβατιού και πάνω του καθόταν εκείνος και έκλαιγε.


Drip. Drip. Drip.

Οι σταγόνες είχαν φτάσει μέχρι τη μέση του ποτηριού, όπως εκείνες της βροχής, που έπεφταν μανιασμένα έξω από το παράθυρο του δωματίου, χωρίς κουρτίνες, και κόντευαν να πλημμυρίσουν τους δρόμους. 

Το σπίτι του ήταν ζεστό, ένα μικρό στούντιο είκοσι τετραγωνικών. Ένα μικρό και χαμηλά φωτισμένο στούντιο, στον πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε εννιά ολόκληρους ορόφους. Κατοικούσε στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, αντίθετα με τη ζωή του, που πια δεν ήταν μέτρια, αλλά είχε αποκτήσει νόημα, ήταν έντονη. Κι εκείνος έκλαιγε.

Το άρωμα του Gin είχε χαθεί από το ποτήρι και το περιεχόμενό του είχε αντικατασταθεί με μία ευδιάκριτη στάθμη νερού που έφτανε μέχρι τη μέση και είχε δημιουργηθεί από τις δεκάδες σταγόνες, που είχαν ξεφύγει μέχρι στιγμής από τη βρύση. Ολόκληρο το περιεχόμενο του μπουκαλιού είχε αδειάσει κι είχε εγκατασταθεί στο στομάχι του. Το ποτό του προκαλούσε ανακάτεμα, όμως δεν του έφερνε θλίψη, απλά ήταν εκεί και φώλιαζε διαρκώς με σκοπό να τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Τώρα, λίγο από αυτό κυλούσε στα μάγουλα, ανάμικτο με τ' αλμυρά του δάκρυα. Σίγουρα κυλούσε μαζί τους. Ο οργανισμός του το είχε μεταβολίσει και το έδιωχνε από μέσα του, μαζί με την θλίψη.

Μερικές σταγόνες βροχής γλιστρούσαν από το ανοιχτό παράθυρο και μούσκευαν το στεγνό κατά τ' άλλα δωμάτιο. Οι σταγόνες δεν ήταν το μόνο πράγμα που πρόδιδε ότι το δωμάτιο δεν ήταν περιποιημένο. Ο λιγοστός κενός χώρος που ήταν διαθέσιμος, είχε διακοσμηθεί κατάλληλα, όμως διάφορες ασυμμετρίες εδώ κι εκεί δημιουργούσαν μία ανεπιθύμητη εντροπία, που προκαλούσε αναστάτωση και άγχος, στην γεμάτη νόημα ψυχή του πρωταγωνιστή. Ένα έπιπλο, που κάποτε κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, βρισκόταν στον τοίχο, απέναντι ακριβώς από την είσοδο και περιλάμβανε σχεδόν τα πάντα. Μία σειρά από ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, γεμάτα πιτσιλιές από ξεραμένη σάλτσα και λάδι. Ανάμεσα στα ντουλάπια, υπήρχε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, τα μάτια του ήταν γεμάτα ξεραμένο καφέ που είχε χυθεί και κανείς δεν είχε φροντίσει να καθαρίσει και μαύρα, καμένα απομεινάρια κάποιας απροσδιόριστης συνταγής, που πλέον έπρεπε να ξύσει με σύρμα για να καθαρίσουν. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, γεμάτο αλκοόλ, ούτε λαχανικά, ούτε φρούτα, ούτε φρέσκο γάλα και δίπλα απ' αυτά ένας νεροχύτης, γεμάτος ποτήρια και το δικό μας ποτήρι, αυτό με τις δεκάδες-και μία- σταγόνες. 

Ένα γραφείο, γεμάτο άδεια μπουκάλια και χαρτούρα, μολύβια, στυλό κι ένα λαπτοπ, όλα πεταμένα βιαστικά πάνω στην επιφάνειά του. Τα χαρτιά γεμάτα μουντζούρες και τσαλακωμένα, τα μολύβια με μύτες σπασμένες και τα στυλό δίχως μελάνι. Απέναντί του μία βιβλιοθήκη. Κάθε ένα βιβλίο είχε τοποθετηθεί εκεί με σεβασμό και ευγένεια. Ο πρωταγωνιστής μας σπάνια διάβαζε και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε για εκείνον το μπέρδεμα της καρδιάς του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε βιαστικά χτενισμένο κεφάλι, που ο ιδιοκτήτης του είχε περάσει μία βόλτα με την χτένα ανάμεσα στις τρίχες του, πριν ξεκινήσει, για ένα κρίσιμο ραντεβού. Υπήρχε μία υπόνοια συμμετρίας εκεί, όμως μερικά βιβλία έλλειπαν από την θέση τους και δεν θα επέστρεφαν για καιρό ακόμα. Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν το ξεστρωμένο κρεβάτι, τα σεντόνια μύριζαν ελαφρά ιδρώτα και σάλιο. Μία μαύρη ξεφτισμένη κουβέρτα, η οποία είχε πέσει μισή στο πάτωμα και πάνω της καθόταν εκείνος κι έκλαιγε με λυγμούς. 

Κι ήθελε να τσιρίξει. Μα δεν τσίριξε.


Drip. Drip. Drip.

Άλλη μία σταγόνα έπεσε στο ποτήρι κι εκείνο ξεχείλισε, όμως τα δάκρυα του είχαν στερέψει και τα μάτια του έκαιγαν, κάθε φορά που επιχειρούσε να ξεσπάσει. 

Το σπίτι του ήταν παγωμένο, ένα μίζερο στούντιο είκοσι περίπου τετραγωνικών. Ένα μίζερο και σκοτεινό στούντιο, στον πέμπτο όροφο, μίας πολυκατοικίας που μετρούσε αρκετούς ορόφους. Η ύπαρξή του κρυβόταν περίπου στη μέση του οικοδομήματος. Στη μέση, αντίθετα με τη ζωή του, που πια δεν ήταν μέτρια, δεν είχε νόημα, ήταν στον πάτο. Κι εκείνος είχε στερέψει από δάκρυα. 

Το ποτήρι μπορεί να περιλάμβανε κάποτε Gin, μπορεί και όχι, πάντως σίγουρα τώρα μύριζε μούχλα, γιατί η στάθμη του νερού ανέβαινε, για τόσο πολύ καιρό στο εσωτερικό του κι είχε δημιουργηθεί από τις εκατοντάδες σταγόνες, που είχαν πέσει μέχρι στιγμής από τη χαλασμένη βρύση, που πια ποτέ δεν άνοιγε. Είχαν αδειάσει τόσα πολλά μπουκάλια στο στομάχι του πλέον, που αν δεν έπινε, δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Το ποτό ήταν το μόνο που κατάφερνε να τον ηρεμήσει, όμως του έφερνε θλίψη, ήταν εκεί και διαχεόταν στις φλέβες του, αντικαθιστώντας σιγά σιγά το αίμα του με αλκοόλ. Τώρα, λίγο απ' αυτό κυλούσε στο παντελόνι του, ανάμικτο με τα ούρα, που ο άρρωστος οργανισμός του δεν μπορούσε να συγκρατήσει και τα έδιωχνε από μέσα του, μαζί με λίγο αίμα που πρόδιδε ότι το αλκοόλ είχε αρχίσει να καταστρέφει το συκώτι του.

Το υπόλοιπο σπίτι μύριζε μούχλα, ακριβώς όπως το ποτήρι και τα εσώρουχα του πρωταγωνιστή μας. Η βρύση είχε χαλάσει πρόσφατα και η σπασμένη σωλήνα είχε γεμίσει τον τόπο με νερό. Ο πρωταγωνιστής δεν είχε φροντίσει να το σφουγγαρίσει κι έτσι τα πάντα γύρω είχαν βραχεί κι είχαν μουχλιάσει και το σπίτι του θύμιζε, γι' ακόμα μία φορά, πόσο βρώμικη και άδεια ήταν η ψυχή του. Ένα έπιπλο, που κάποτε κάλυπτε πολλαπλές κουζινικές ανάγκες, μα τώρα θύμιζε ερείπιο, βρισκόταν στον τοίχο, απέναντι ακριβώς από την σπασμένη πόρτα της εισόδου, μα δεν περιλάμβανε σχεδόν τίποτα. Μία σειρά από ξεφτισμένα ξύλινα ντουλάπια και συρτάρια, μερικά απ' αυτά ξεχαρβαλωμένα και πεταμένα στο πάτωμα. Ανάμεσα στα ντουλάπια, υπήρχε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, τα μάτια του ήταν καμένα και δεν δούλευαν πια και το φουρνάκι βρισκόταν γυρισμένο στο πλάι, με το πορτάκι του φούρνου γεμάτο ξεραμένες σάλτσες, λάδι και σκουριά. Κάτω από το φουρνάκι ένα μικρό ψυγειάκι, άδειο, τελείως άδειο και δίπλα απ' αυτό ένας νεροχύτης, γεμάτος εμετό και μία σπασμένη βρύση και το δικό μας ποτήρι, αυτό με τις εκατοντάδες-και μία- σταγόνες, που πια είχε ξεχειλίσει.

Ένα γραφείο, που "κούτσαινε" από τη μία μεριά και έγερνε προς το πλάι έτοιμο να πέσει, φιλοξενούσε πάνω του έναν δίσκο και στην επιφάνεια του δίσκου ένα βουναλάκι άσπρης σκόνης. Μία σειρά από σπασμένα μπουκάλια, σκισμένα χαρτιά, καψαλισμένα μολύβια και χαλασμένα στυλό βρίσκονταν πεταμένα και μουσκεμένα στο πλάι του τραπεζιού. Απέναντί του μία βιβλιοθήκη. Τα περισσότερα ράφια χωρίς βιβλία. Ο πρωταγωνιστής μας δεν διάβαζε ποτέ και η βιβλιοθήκη αντικατόπτριζε την άδεια καρδιά του. Η βιβλιοθήκη θύμιζε κρανίο που με μανία του έχουν ξηλώσει τούφες τούφες, προκαλώντας μία ιδιόμορφη εναλλαγή ανάμεσα σε τρίχες και πανάδες δέρματος. Δεν υπήρχε η παραμικρή υπόνοια συμμετρίας εκεί, τα περισσότερα βιβλία έλειπαν από την θέση τους κι όσα έμεναν είχαν πέσει στο πλάι, με σελίδες σκισμένες, εξώφυλλα λερωμένα και φθαρμένα. Τέλος, ανάμεσα από το γραφείο και την είσοδο βρισκόταν ένα στρώμα, χωρίς σεντόνια, χωρίς σκεπάσματα, μόνο το λευκό στρώμα, που ήταν γεμάτο με κίτρινους και καφέ λεκέδες κι εκείνος καθόταν πάνω του και κοίταζε το ταβάνι, με μάτια κενά, με μάτια ξένα.

Κι ήθελε να ουρλιάξει. Μακάρι να ούρλιαζε.


Drip. Drip. Drip.

Η τελευταία σταγόνα έσταξε πάνω στα θραύσματα του σπασμένου ποτηριού, όπως το αίμα έτρεχε από τις κομμένες φλέβες του και λέρωνε το πάτωμα. Ένα θραύσμα έλειπε. 


Κι εκείνος δεν έκλαψε, δεν τσίριξε, ούτε ούρλιαξε ακόμα.





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου