Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017 | By: Forgotten Bard

...όπως η φωτιά υπνωτίζει τις πεταλούδες...



-Φοβάμαι. Αγκάλιασέ με.
-Τι φοβάσαι;
-Είναι πάλι αυτό το κακό συναίσθημα.
-Ποιο είναι αυτό;
-Αυτό, που, ενώ δεν τρέχει κάτι, όλα ξαφνικά μαυρίζουν κι εγώ θέλω να τα νιώσω.
-Δεν σε καταλαβαίνω.
-Ρε παιδί μου. Αυτό, που ξαφνικά τελειώνει η ημέρα σου και μένεις μόνος και σε τυλίγουν οι σκέψεις και ξαφνικά είναι όλες κακές κι ενώ ξέρεις ότι θα σε πληγώσεις τις αφήνεις να σε καταπιούν...

Παύση
-Τι;
-Με κοιτάς περίεργα.
-Μιλάς περίεργα. Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι και το σώμα σου τρέμει. Θέλεις να σε σκεπάσω;
-Όχι...
-Τι έπαθες;
-Δεν καταλαβαίνεις. Ας το.
-Μα τρέμεις ολόκληρη ρε κούκλα μου.
-Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνεις. Δεν τρέμω από το κρύο, ούτε με ενοχλεί που ξαπλώνουμε στην οροφή του αυτοκινήτου σου, ούτε τ' αστέρια μ' ενοχλούν, ούτε ο αέρας, ούτε το κρασί είναι που με πείραξε. Μ' ενοχλεί που δεν το 'χεις νιώσει.
-Όχι. Δεν έχω ξεκινήσει να τρέμω στα καλά του καθουμένου.

Παύση

-Δεν είναι αυτό.
-Έχω νιώσει άλλα πράγματα όμως. 
-Τι πράγματα;
-Έχω νιώσει μόνος μου. Έχω νιώσει ότι δεν προσπαθώ αρκετά κι ότι ο κόσμος κινείται πιο γρήγορα από όσο θα 'θελα, για να αισθάνομαι ασφαλής και μερικές φορές, όταν κάθομαι χωρίς κανέναν στο δωμάτιό μου, μπαίνω κάτω από την κουβέρτα.
-Και; Τι κάνεις εκεί; Κάτι που δεν θα έπρεπε να αφηγηθείς στην κοπέλα σου μήπως;
-Όοοχι. Μιλάω με τον εαυτούλη μου. Ξέρεις, προσπαθώ να σκεφτώ ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον μικρόκοσμο του κρεβατιού μου, ότι δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν, ότι κανείς δεν απαιτεί τίποτα από εμένα. Τουλάχιστον, όχι εκείνη την στιγμή...

Παύση

-Είναι κουραστικό έτσι;
-Ποιο κορίτσι μου;
-Να πρέπει να είσαι πάντα κάτι. Να είσαι πάντα κάποιος. Να σκέφτεσαι τόσο πολύ.
-Εξοντωτικό είναι.
-Τότε, γιατί το κάνεις; Γιατί το κάνουμε;
-Γιατί δεν είναι πάντα νύχτα. Αυτές οι ώρες, που δεν είσαι κανένας και δεν είσαι πουθενά, είναι λίγες.
-Τις αγαπάω αυτές τις ώρες.
-Μα, πριν είπες πως τις φοβάσαι.

Παύση

-Μερικές φορές νομίζω ότι θέλω να φοβάμαι. Θέλω να στεναχωριέμαι, να τ' αφήνω όλα να πέφτουν κάτω και να ενδίδω σε όλες τις σκοτεινές μου σκέψεις. 
-Μα γιατί;
-Δεν ξέρω. Γιατί ένας αλκοολικός σε απεξάρτηση κρύβει ένα μπουκάλι ουίσκι στο ντουλάπι; Γιατί ένας πυρομανής κρατάει έναν σχεδόν τελειωμένο αναπτήρα κάτω από το κρεβάτι του; Γιατί ο χωρισμένος δεν σκίζει τις φωτογραφίες της πρώην του.
-....
-Ο κίνδυνος μας κρατάει ζωντανούς μωρό μου. Ο κίνδυνος μας τραβάει, όπως η φωτιά τραβάει τις πεταλούδες. Την κοιτάζουν πάντα από μακριά, την λατρεύουν, μα, όταν πλησιάσουν κοντά, καίγονται.

Παύση

-Σε φοβάμαι σήμερα.
-Τι φοβάσαι;
-Νιώθω ότι είμαι η πεταλούδα κι ότι είσαι η φωτιά.
-Χαχα.
-Μη γελάς. Με μπερδεύεις απόψε.
-Δεν σε μπερδεύω εγώ. Εσύ σε μπερδεύεις. Σου λέω πράγματα που δεν έχουν ξαναβγεί από το στόμα μου κι εσύ με φοβάσαι. Φοβάσαι μία πλευρά μου που απλά αποφάσισα να μην σου δείξω μέχρι τώρα.
-Γιατί τα σκέφτεσαι όλα αυτά;
-Γιατί νιώθω μόνη μου κι όταν νιώθω μόνη μου σκέφτομαι περίεργα πράγματα.

Παύση

-Μα δεν είσαι μόνη σου. Είμαι κι εγώ εδώ. Να κοίτα. 
-Μπορείς να μ' αγκαλιάσεις όσο σφιχτά θέλεις, μα εγώ πάλι θα αισθάνομαι μόνη. Είχα διαβάσει κάποτε, ότι είναι πιθανό να βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο με πενήντα άτομα και να αισθάνεσαι μόνος.
-Μα εγώ δεν είμαι πενήντα τυχαία άτομα.
-Μην το παίρνεις προσωπικά. Ήμουν μόνη μου, πολύ πριν έρθεις στη ζωή μου και θα είμαι μόνη μου αφού φύγεις απ' αυτήν. 
-Δεν θέλω να αισθάνεσαι έτσι.
-Δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι' αυτό. Δεν είσαι ούτε φλόγα, ούτε μπουκάλι ουίσκι, ούτε ναρκωτικά.
-Τι είμαι τότε;

Παύση

-Ξέρεις γιατί αισθανόμαστε μόνοι;
-Γιατί δεν υπάρχει κανένας να μας καταλάβει;
-Γιατί ο κόσμος είναι άδειος. Γιατί όσο και να μιλήσεις, όσο κι να ουρλιάξεις, όσο κι αν σκεφτείς, στο τέλος της ημέρας δεν υπάρχει φωτιά τόσο δυνατή, για να σε κάψει. Γιατί κάναμε την πραγματικότητα ένα σύμπαν βολικό και άνοστο. Γιατί καταντήσαμε γραφικοί της κωμωδίας σε έναν κόσμο γεμάτο τραγωδίες. Γιατί στο τέλος της συζήτησης θα σου ανοίξω τα πόδια μου κι εσύ θα νομίζεις ότι ζούμε κάτι έντονο και μαγικό, κάτι μοναδικό.
-Ενώ;
-Ενώ ο κόσμος μωρό μου είναι πολύ ασφαλής, για να νιώσω το οτιδήποτε πια. Όχι, δεν φοβάμαι. Δυστυχώς, δεν υπάρχει τίποτα να με τρομάζει. Όσο κι αν προσπαθώ, όσο κι αν θέλω να πείσω τον εαυτό μου...

Παύση

-Τι; Κλαις;
-Όχι.
-Αφού κλαις. Τα μάγουλά σου είναι υγρά και νιώθω το στήθος σου να πάλλεται πιο έντονα πάνω στο δικό μου.
-Κοίτα. Μια πεταλούδα. Άκου πως καίγονται τα φτερά της στην φωτιά. 
-Μα δεν υπάρχει φωτιά.
-Όχι εδώ. Εδώ δεν υπάρχει φωτιά. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ.

Ακούς;


All around me are familiar faces
Worn out places, worn out faces
Bright and early for their daily races
Going nowhere, going nowhere
Their tears are filling up their glasses
No expression, no expression
Hide my head, I want to drown my sorrow
No tomorrow, no tomorrow

And I find it kinda funny, I find it kinda sad
The dreams in which I'm dying are the best I've ever had
I find it hard to tell you, I find it hard to take
When people run in circles it's a very very
Mad world, mad world


Children waiting for the day, they feel good
Happy birthday, happy birthday
Made to feel the way that every child should
Sit and listen, sit and listen
Went to school and I was very nervous
No one knew me, no one knew me
Hello teacher, tell me what's my lesson
Look right through me, look right through me


And I find it kinda funny, I find it kinda sad
The dreams in which I'm dying are the best I've ever had
I find it hard to tell you, I find it hard to take
When people run in circles it's a very very
Mad world, mad world
Enlarge your world
Mad world





Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017 | By: Forgotten Bard

Η τέχνη του να είσαι τίποτα

Να το πάλι. Γλιστράει κάτω από το κρεβάτι. Αυτό το συναίσθημα, μία σκιά που αέναα σε στοιχειώνει κι εσύ της κλείνεις την πόρτα κατάμουτρα, λίγο πριν σε πνίξει. Νιώθεις αυτήν την ένταση σαν να κάνεις έρωτα, για τελευταία φορά, στα στενά πίσω καθίσματα ενός φτηνού αυτοκινήτου, ανάμεσα σε τσιγάρα σβησμένα μέσα σε πλαστικά ποτήρια και ένα μπουκάλι ξινισμένο κρασί και λίγα δάκρυα και στόματα που δεν θα ξανανοίξουν ποτέ να μοιραστούν το "χαμογέλαγες για 'μένα σήμερα;". Ξέρεις, αυτή η τρέλα ότι θα σε πιάσουν, ότι θα σε δουν, ενώ ιδρώνεις, βαριανασαίνεις, τρυπάς τα χείλια σου με τα μπροστινά δόντια μέχρι να μουδιάσουν. Τα δάχτυλά σου κοκκινίζουν και μετά ασπρίζουν γραπώνοντας ένα ύφασμα κι εσύ δεν ξέρεις ότι το ύφασμα που πιάνεις είναι στην πραγματικότητα η ψυχή του, η ψυχή της. Τα μάτια σου ανοίγουν διάπλατα, οι κόρες σου διαστέλλονται, τα τζάμια έχουν θολώσει από την ζέστη που εκπέμπουν οι φλέβες σας. Ο ιδρώτας μυρίζει καύλα, όταν είναι από δύο. Μην χαμογελάς, όλοι το ξέρουν.

Κλικ.

Έτσι μοιάζει κι η σκιά. Ο φόβος είναι σαν τον τελευταίο οργασμό που θα σου χαρίσει. Ξέρεις ότι είναι εκεί, είναι πάντα εκεί, απλά το αγνοείς. Ξέρεις πιο είναι το γαμάτο με τους τελευταίους οργασμούς; Να τους ζήσεις, να ανοίξεις την πόρτα κρατώντας μία βαλίτσα γεμάτη με τα πράγματά του, με τα πράγματά της και να πεις "πήδα με σαν να με αγαπάς, πήδα με ακόμα κι αν κλαίω, πήδα με ακόμα κι αν πρώτα πήδηξες την ψυχή μου". Και νιώθεις μαχαίρια να κυλάνε στο λαιμό σου και να σε σκίζουν μανιασμένα και δεν υπάρχει χώρος για "σταμάτα" και το στομάχι σου καίγεται, λες και χίλιες μικρές κλωστές το 'χουν δέσει κυκλικά κι ο παρτενέρ σου τραβάει τα νήματα κι εσύ πονάς και λιώνεις και τσιρίζει, ουρλιάζει η ψυχή σου... μα το σώμα σου δεν λέει να σταματήσει. Το σώμα σου δεν σε λυπάται, γιατί δεν το λυπήθηκες ποτέ. Δακρύζεις ρε μαλάκα, το ξέρω δακρύζεις, αλλά όχι όσο θα 'πρεπε, όχι όσο κλαίει η ψυχή σου. Το σώμα σου κούμπωνε στο σώμα του και κουμπώνει ακόμα, σαν δύο τέλεια κομμάτια παζλ, φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Όμως τελικά το παιχνίδι δεν ήταν παζλ. Το παιχνίδι ήταν ρώσικη ρουλέτα, με δύο σφαίρες, δύο πιστόλια κι εσύ νόμιζες ότι κρατούσες το ένα από τα δύο και τελικά κατάλαβες ότι και τα δύο ήταν δικά του, ήταν δικά της, δεν ήταν δικά σας. 

Κλικ.

Το ένιωσα. Κρατούσα την μπλούζα σου σφιχτά κι εσύ νόμιζες πως ο στόχος ήταν η μπλούζα σου. Δεν φαντάστηκες στιγμή, ότι αυτό που προσπαθούσα να κλέψω ήταν το χαμόγελό σου. Να μου το χάριζες για μία στιγμή ακόμα κι ας ήταν ψεύτικο. Ας ήταν και για κάποιον άλλον, δεν γαμιέται. "Χαμογελάει ο κόσμος μου, όταν χαμογελάς". Όταν ήσουν εκεί, η σκιά φοβόταν, κρυβόταν και κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι, δεν τολμούσε να με πλησιάσει, γιατί έτρεμε το χαμόγελό σου. 

Κλικ.

Τώρα σέρνεται ανενόχλητη από πίσω, σαν το σάπιο αίμα που τρέχει από τις φλέβες μου συνεχώς. Μερικές φορές γυρίζω και την κοιτάζω να το γλύφει, να το ρουφάει σαν νέκταρ και να μου ρίχνει τα δικά της ζοφερά χαμόγελα, που μου υπενθυμίζουν πως μία από αυτές τις μέρες θα με καταπιεί. Όταν ήσουν εκεί την λυπόμουν, τώρα... τώρα, δεν θα στο κρύψω ρε, την φοβάμαι. Κι εσένα φοβάμαι κι εμένα φοβάμαι και το κρεβάτι μου φοβάμαι.

Κλικ.

Τρέχω. Τρέχω να γλιτώσω, να μην την αντικρίσω ξανά, μα εκείνη μεγαλώνει και δυναμώνει και σέρνεται, σαν σκουλήκι έτοιμο να τρυπώσει από τις οπές του σώματος μου, που κάποτε ήταν γεμάτες με τα χαμόγελά σου και τώρα είναι άδειες και ότι υπήρχε εκεί μαράθηκε καιρό τώρα και πλέον δεν θυμάμαι αν ήμουν εγώ ή εσύ ή εμείς που τις γεμίζαμε. Ρουφάω οξυγόνο μα ξεχνάω να εκπνεύσω, κάνω μία τελευταία προσπάθεια να την αγνοήσω, μα έχει μεγαλώσει τόσο πολύ κι εγώ δεν ξέρω πως να την σταματήσω, δεν θυμάμαι πως μου είχες πει να το κάνω, δεν θυμάμαι ποια λόγια σου την έδιωχναν κι εσύ δεν είσαι πουθενά να την σταματήσεις. Τα χέρια μου σφίγγουν τώρα τα κρύα μου παπλώματα, γιατί η ψυχή σου δεν είναι πουθενά να κρατηθώ απ' αυτήν και σκεπάζομαι μέχρι το κεφάλι μου να καλυφθεί και να κρυφτώ στο σκοτάδι, εκεί που όλα είναι σκιερά και δεν θα την ξεχωρίζω ανάμεσα στις υπόλοιπες σκιές. Τα δόντια σκίζουν τα χείλη και νιώθω το αίμα να κυλάει στο σαγόνι μου και η καρδιά τρέμει και ο ιδρώτας μου μυρίζει φόβο κι ενοχές και τα τσιγάρα είναι σβησμένα σε τασάκι και είναι μόνο δικά μου και το κρασί είναι φτηνιάρικο ουίσκι και τα δάκρυα είναι μόνο δικά μου και το στόμα ανοιγοκλείνει μα κανένας ήχος δεν βγαίνει, παρά μόνο αναφιλητά και η μόνη φράση που τριγυρίζει στο μυαλό μου είναι... "δεν υπάρχει κανείς να χαμογελάσει για 'μένα σήμερα".

Κλικ.

Και τα μάτια μου παραμένουν κλειστά, τόσο σφιχτά που κοντεύουν κι αυτά να ματώσουν. Δεν αντικρίζουν πλέον τα δικά σου τα μάτια. Οι κόρες δεν διαστέλλονται, γιατί δεν διασταυρώνονται με τις δικές σου. Και τώρα εύχομαι να με πηδούσες ξανά, όπως εκείνη την τελευταία φορά κι ας ήταν η ψυχή μου που πηδούσες κι ας ούρλιαζε ο κόσμος μου κι ας λαχταρούσα ένα χαμόγελο που δεν ήρθε ποτέ, γιατί τουλάχιστον θα ήξερα πως μπορώ να το κλέψω. Τώρα η σκιά με αγκαλιάζει, μόνο το παγωμένο ύφασμα ανάμεσα σ' εμένα και σ' εκείνην. Νιώθω τα δάχτυλά της να αγγίζουν τα δικά μου κι είναι σαν μικρές, πυρωμένες καρφίτσες να καρφώνονται στη σάρκα μου, νιώθω τα σκοτεινά της χείλη να στάζουν λίγο από το σάπιο αίμα μου στο πάπλωμα κι εκείνο εισχωρεί κάτω από τα νύχια μου, λες κι είναι λεπίδες από ξυράφι και είναι αδύνατον πια να θυμηθώ το χαμόγελό σου.

Κλικ.

Ξέρω πόσο διαρκεί. Μα κάθε φορά είναι ακόμα λίγο παραπάνω. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει και πονάνε, όχι σαν τον πόνο που αισθάνεσαι μετά από τον τελευταίο οργασμό. Κρύβει μία χαρά εκείνος ο πόνος, ένα τέλος, μία αρχή. Αυτός ο πόνος είναι κούραση, παραίτηση, λες και είσαι δεμένος σε μία καρέκλα, σου έχουν κόψει με νυστέρι τα βλέφαρα και προσπαθείς να κοιμηθείς με ανοιχτά τα μάτια, βλέποντας ξανά και ξανά να παίζονται σε επανάληψη οι χειρότερες στιγμές σου, σε μία ξύλινη τηλεόραση, κυκλωμένη από λιωμένα κεριά που δεν πρόκειται να σβήσουν μέχρι να πεθάνεις.

Κλικ.

Αφήνω το πάπλωμα. Εκείνη με ξεσκεπάζει. Έχει κάτι από αβυσσαλέα σιωπή το πρόσωπό της. Η ησυχία του θανάτου, του νεκροταφείου μετά την κηδεία, όταν όλοι έχουν φύγει και τα πτώματα -ξέρεις- δεν λένε παραμύθια. Έχω ανοίξει τα μάτια μου. Φόβος. Ασφυξία. Παράλυση. Έχω ξεχάσει να πάρω ανάσα. Πνίγομαι. Προσπαθώ να θυμηθώ το χαμ

Μπαμ.