δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Η μοναξιά είναι μάνα. Γεννάει παιδιά αυτόχειρες και μυρίζει σαν σπίτι από καιρό σφραγισμένο, όταν ανοίγουν να αποδράσει η σκόνη από τα σκισμένα του καθίσματα. Δεν έχει όνομα η μοναξιά, δεν τη βαφτίσανε.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά είναι βουβή κραυγή σε άδειο δωμάτιο. Ασήμαντος χαρακτήρας, θυληκός, σε χολυγουντιανή ταινία, που ανοίγει το στόμα της να ουρλιάξει σε μια μπανιέρα ως το χείλος γεμάτη με νερό.
Μονάχα φυσαλίδες.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Η μοναξιά ζει στις άδειες σύραγγες του μετρό, όταν όλα τα τρένα φύγουν. Τρυπώνει σε δωμάτια που μυρίζουν χλωρίνη κι έχει την τάση γενικής καθαριότητας. "Άστο αυτό εκεί, δε μου αρέσει να αγγίζουν τα πράγματά μου." Μέχρι που δεν υπάρχει κανείς για να τ' αγγίξει.
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γής – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Η μοναξιά είναι ξυράφι σκουριασμένο, ξεχασμένο στο κιτρινισμένο μαξιλάρι σου και κλάμα βρέφους πεταμένο σε κάδο σκουπιδιών. Φοράει λευκά ρούχα και γυαλίζεται κάθε πρωί μαζί σου στον καθρέφτη του αστραφτερού σου μπάνιου. Πίνει ουίσκι και κονιακ, φωλιάζει στην αντανάκλαση του σφουγγαρισμένου σου πατώματος.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά έχει μιαν απάντηση για κάθε σας ερώτηση. Δεν κάνει διαλείμματα η μοναξιά, είναι εργασιομανής υπαλληλίσκος σε μέτρια εταιρία που δεν παίρνει τα χάπια του, για να χαμογελάσει. Συχνάζει σε σύριγγες, σε γέφυρες ξύλινες, μοναχικές και κάτω από τα μουχλιασμένα υπόστεγα.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει.
Έχει κάτι από αβυσαλλέα σιωπή το πρόσωπό της. Έρχεται και πλαγιάζει δίπλα μου ακάλεστη κάθε βράδυ και με παίρνει αγκαλιά. Δεν την ενοχλεί ο ιδρώτας στο μέτωπό μου ή οι εφιάλτες που με ξυπνάνε. Είναι μάνα η μοναξιά... γεννάει γαμημένους, σιωπηλούς αυτόχειρες.
Μην το ξεχάσεις ποτέ σου. Η μοναξιά είναι ένας αργός και ύπουλος δολοφόνος. Δεν κάνει διακρίσεις και δεν επιτρέπει συζητήσεις. Έχει απαντήσεις σε κάθε σου ερώτηση, ακόμα κι αν δεν ήθελες ποτέ να τη ρωτήσεις.
Η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω. Μην το ξεχάσεις ποτέ σου.
Στίχοι: Κατερίνα Γώγου - Η μοναξιά
Αφιερωμένο στον κ. Νίκο
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου